Ακόμη και μία φαινομενικά απλή κατάθεση μετρητών μπορεί να ενεργοποιήσει φορολογικό έλεγχο, όταν το ποσό δεν συμβαδίζει με τα δηλωμένα εισοδήματα και την οικονομική εικόνα του καταθέτη.

Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο το ύψος της κατάθεσης, αλλά το κατά πόσο ο φορολογούμενος μπορεί να αποδείξει πού βρήκε τα χρήματα. Εάν η προέλευσή τους παραμένει άγνωστη ή δεν δικαιολογείται επαρκώς, το ποσό είναι δυνατόν να χαρακτηριστεί αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας.

Σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος, περιουσιακή προσαύξηση που προέρχεται από άγνωστη, παράνομη ή αδικαιολόγητη αιτία αντιμετωπίζεται ως κέρδος από επιχειρηματική δραστηριότητα και φορολογείται με συντελεστή 33%.

Η απόφαση της ΔΕΔ που χτυπά «καμπανάκι»

Τα όρια των ισχυρισμών περί παλαιών αποταμιεύσεων φωτίζει νέα απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών. Η υπόθεση αφορούσε φορολογούμενο στον οποίο επιβλήθηκαν πρόσθετοι φόροι και πρόστιμα, έπειτα από έλεγχο των κινήσεων στους τραπεζικούς λογαριασμούς του.

Οι ελεγκτικές υπηρεσίες είχαν εντοπίσει διαδοχικές καταθέσεις μετρητών και ζήτησαν στοιχεία για την προέλευσή τους. Ο φορολογούμενος προσέφυγε στη ΔΕΔ, υποστηρίζοντας ότι δεν επρόκειτο για αδικαιολόγητη αύξηση της περιουσίας του, αλλά για χρήματα που είχε συγκεντρώσει σε προηγούμενα έτη και διατηρούσε εκτός τραπεζικού συστήματος.

Η εξήγηση, όμως, δεν έγινε δεκτή.

Γιατί δεν αρκεί το «τα είχα στο σπίτι»

Για να διαπιστωθεί εάν υπήρχαν πράγματι διαθέσιμα μετρητά, η φορολογική διοίκηση δεν περιορίστηκε στα εισοδήματα που είχαν δηλωθεί τα προηγούμενα χρόνια. Συνυπολόγισε τις πραγματικές δαπάνες του φορολογουμένου, τις φορολογικές του υποχρεώσεις και τα ποσά που βρίσκονταν ήδη κατατεθειμένα σε λογαριασμούς.

Από τη συνολική εξέταση των στοιχείων προέκυψε ότι δεν υπήρχε επαρκές υπόλοιπο για να στηρίξει τον ισχυρισμό περί χρημάτων που παρέμεναν φυλαγμένα εκτός τραπεζών.

Η απλή αναφορά, επομένως, σε μετρητά που βρίσκονταν στο σπίτι ή σε θυρίδα δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη. Χρειάζονται συγκεκριμένα στοιχεία που να δείχνουν ότι τα χρήματα προήλθαν από εισόδημα το οποίο είχε ήδη φορολογηθεί ή είχε απαλλαγεί νόμιμα από τον φόρο.

Ανάληψη και επανακατάθεση: Πότε αναγνωρίζεται

Η νομοθεσία δεν απαγορεύει σε κάποιον να σηκώσει χρήματα από την τράπεζα και να τα καταθέσει ξανά αργότερα. Δεν ορίζει επίσης ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο πρέπει υποχρεωτικά να πραγματοποιηθεί η επανακατάθεση.

Αυτό που εξετάζεται είναι εάν η διαδρομή του ποσού μπορεί να αποδειχθεί. Ο φορολογούμενος πρέπει να τεκμηριώσει ότι τα χρήματα της νέας κατάθεσης προέρχονται από την προηγούμενη ανάληψη και ότι, στο διάστημα που μεσολάβησε, δεν δαπανήθηκαν για αγορές περιουσιακών στοιχείων ή για την κάλυψη άλλων αναγκών.

Πότε μια κατάθεση μπαίνει στο μικροσκόπιο

Έλεγχος μπορεί να προκύψει όταν οι κινήσεις ενός λογαριασμού δεν ταιριάζουν με το οικονομικό προφίλ του κατόχου. Ιδιαίτερη προσοχή προκαλούν:

  • Καταθέσεις μεγαλύτερες από τα εισοδήματα που έχουν δηλωθεί.
  • Επίκληση παλαιών αποταμιεύσεων χωρίς αποδεικτικά στοιχεία.
  • Μεγάλα ποσά ή επαναλαμβανόμενες κινήσεις μετρητών.
  • Συναλλαγές που ενεργοποιούν τα συστήματα αναφοράς και ελέγχου των τραπεζών.
  • Ποσά που δεν καλύπτονται μετά τον συνυπολογισμό των δαπανών και των φορολογικών υποχρεώσεων.

Δεν προβλέπεται συγκεκριμένο «αφορολόγητο» ή εγγυημένα ασφαλές όριο για τις καταθέσεις μετρητών. Οποιοδήποτε ποσό μπορεί να εξεταστεί από την ΑΑΔΕ, εφόσον δεν δικαιολογείται από τα δηλωμένα εισοδήματα ή από κεφάλαια των οποίων η ύπαρξη αποδεικνύεται.

Τα έγγραφα που μπορούν να δικαιολογήσουν τα χρήματα

Σε περίπτωση ελέγχου, ο καταθέτης καλείται να παρουσιάσει παραστατικά που εξηγούν με σαφήνεια την πηγή του ποσού. Τέτοια στοιχεία μπορεί να αφορούν:

  • Πώληση ακινήτου ή άλλου περιουσιακού στοιχείου.
  • Σύναψη δανείου.
  • Δηλωμένη δωρεά ή γονική παροχή.
  • Παλαιότερη τραπεζική ανάληψη.
  • Εισοδήματα που έχουν ήδη φορολογηθεί ή απαλλάσσονται νόμιμα.

Οι ελεγκτές μπορούν να αντιπαραβάλουν τα στοιχεία αυτά με τις φορολογικές δηλώσεις και, όπου υπάρχει σχετική υποχρέωση, με τις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης προηγούμενων ετών.

Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα

Ελεύθερος επαγγελματίας κατέθεσε 50.000 ευρώ το 2022 και υποστήριξε ότι επρόκειτο για αποταμιεύσεις του 2016. Από τον έλεγχο, όμως, διαπιστώθηκε ότι την περίοδο 2015-2017 είχε δηλώσει συνολικά εισοδήματα 30.000 ευρώ, ενώ οι δαπάνες του ξεπερνούσαν τις 40.000 ευρώ. Καθώς δεν προέκυπτε δυνατότητα σχηματισμού του συγκεκριμένου κεφαλαίου, η κατάθεση χαρακτηρίστηκε αδικαιολόγητη.

Σε άλλη περίπτωση, μισθωτός κατέθεσε 20.000 ευρώ το 2023, αναφέροντας ότι διατηρούσε το ποσό στο σπίτι από το 2019. Παρότι τα εισοδήματά του εμφανίζονταν επαρκή, δεν υπήρχε αντίστοιχη καταγραφή σε προηγούμενες δηλώσεις ή στο Πόθεν Έσχες. Έτσι, ο ισχυρισμός του δεν έγινε αποδεκτός.

Το μήνυμα της υπόθεσης είναι σαφές: Για την εφορία δεν αρκεί να δηλώνει κάποιος ότι είχε τα χρήματα στην άκρη. Πρέπει να μπορεί να αποδείξει πότε και πώς τα απέκτησε, αλλά και ότι παρέμειναν διαθέσιμα μέχρι τη στιγμή της κατάθεσής τους.