Γιατί ξέρεις ήδη τι πιθανότατα θα σου απαντήσει: «Καλά».

Και κάπως έτσι, μια ολόκληρη μέρα από τη ζωή του τελειώνει μέσα σε μία λέξη. Όχι επειδή δεν θέλει να σου μιλήσει. Αλλά επειδή η ερώτηση είναι τόσο γενική, που δεν ξέρει από πού να αρχίσει.

  • της Τάνιας Χριστοδουλίδου – Βραβευμένη εκπαιδευτικός-δημοσιογράφος

Πέντε ή έξι ώρες στο σχολείο σημαίνουν δεκάδες στιγμές. Ένα μάθημα που κατάλαβε. Ένα άλλο που το δυσκόλεψε.

Ένα αστείο με τον φίλο του. Έναν καβγά.

Μια στιγμή που ένιωσε περήφανο. Μια στιγμή που ένιωσε μόνο.

Κάτι που το φόβισε. Κάτι που το έκανε να γελάσει.

Κάτι που ίσως ακόμα δεν ξέρει πώς να περιγράψει.

Κι εμείς ρωτάμε: «Πώς πέρασες;».

Αντί για αυτό, δοκίμασε να γίνεις πιο συγκεκριμένος.

«Με ποιον έπαιξες ή μίλησες περισσότερο σήμερα;»

Οι σχέσεις είναι τεράστιο κομμάτι της σχολικής ζωής. Μερικές φορές, πίσω από ένα «καλά» κρύβεται ένας καβγάς, μια απόρριψη, μια παρεξήγηση ή μια καινούργια φιλία.

«Ποιο μάθημα σου άρεσε περισσότερο σήμερα;»

Δεν μαθαίνεις μόνο τι έκανε στο σχολείο. Μαθαίνεις τι το ενδιαφέρει, τι το κινητοποιεί και πώς σκέφτεται.

«Ποιο ήταν το πιο αστείο πράγμα που έγινε σήμερα;»

«Υπήρξε κάτι που σε δυσκόλεψε;»

«Υπήρξε κάτι που σε έκανε να θυμώσεις ή να στενοχωρηθείς;»

«Για ποιο πράγμα ένιωσες περήφανο σήμερα;»

Και ίσως η πιο σημαντική ερώτηση:

«Υπήρξε κάποια στιγμή σήμερα που θα ήθελες να μου μιλήσεις γι’ αυτήν;».

Αυτές οι ερωτήσεις δεν ψάχνουν απλώς πληροφορίες.

Χτίζουν συναισθηματική επίγνωση.

Δίνουν στο παιδί έναν δρόμο για να ανοίξει τη συζήτηση.

Γιατί ένα παιδί δεν χρειάζεται πάντα να ξέρει μόνο του πώς να ξεκινήσει μια δύσκολη κουβέντα. Μερικές φορές χρειάζεται από εμάς τη σωστή ερώτηση για να βρει τις λέξεις.

Και πρόσεξε κάτι σημαντικό: Ο στόχος δεν είναι να κάνουμε ανάκριση στο παιδί μόλις επιστρέψει από το σχολείο. Δεν χρειάζεται να του κάνεις δέκα ερωτήσεις στη σειρά. Είναι να του δείξουμε ότι η καθημερινότητά του μας ενδιαφέρει πραγματικά.

Όταν ρωτάμε συγκεκριμένα πράγματα, το παιδί καταλαβαίνει ότι δεν περιμένουμε μια τυπική απάντηση. Θέλουμε να ακούσουμε τη δική του εμπειρία.

Και όταν ανοιχτεί, μη βιαστείς να του δώσεις συμβουλές. Μην πεις αμέσως:

«Έπρεπε να κάνεις αυτό…»

«Να του απαντούσες…»

«Μην ασχολείσαι…»

«Εγώ στην ηλικία σου…»

Μερικές φορές δεν χρειάζεται λύση.

Χρειάζεται μόνο να ακούσει:

«Σε καταλαβαίνω».

«Θες να μου πεις περισσότερα;»

«Είμαι εδώ».

Γιατί όταν το παιδί μιλάει, δεν σου δίνει πάντα ένα πρόβλημα για να λύσεις. Σου δίνει έναν μικρό χάρτη του κόσμου του.

Και κάθε φορά που τον ακούς χωρίς να τον κρίνεις, του δείχνεις κάτι πολύ σημαντικό: Ότι μπορεί να έρθει σε εσένα όχι μόνο όταν όλα είναι καλά, αλλά και όταν κάτι μέσα του δεν είναι.

Ο στόχος, λοιπόν, δεν είναι να μάθεις απλώς τι έκανε το παιδί σου στο σχολείο. Ο στόχος είναι να μάθεις πώς βιώνει τον κόσμο του.

Και αυτό δεν θα το πετύχεις με περισσότερες ερωτήσεις. Θα το πετύχεις με καλύτερες ερωτήσεις και πραγματική ακρόαση.

Την επόμενη φορά, λοιπόν, αντί για:

«Πώς πέρασες σήμερα;»

Δοκίμασε: «Πες μου ένα πράγμα από τη σημερινή ημέρα που θέλεις να ξέρω».

Και μετά…

σώπα.

Άφησέ το να μιλήσει.