Ο Αστερίξ και ο Οβελίξ απέναντι στις λεγεώνες του Καίσαρα, ο Λούκι Λουκ να πυροβολεί «πιο γρήγορα και από τη σκιά του», ο Ιζνογκούντ να μη σταματά να ονειρεύεται ότι θα γίνει «χαλίφης στη θέση του χαλίφη» και ο ατίθασος Μικρός Νικόλας να βλέπει τον κόσμο μέσα από τα μάτια ενός παιδιού.
Πίσω από μερικούς από τους πιο αγαπημένους χαρακτήρες των ευρωπαϊκών κόμιξ βρισκόταν ένας άνθρωπος με σπάνιο ταλέντο στη δημιουργία ιστοριών και, κυρίως, στο χιούμορ: ο Ρενέ Γκοσινί.
Γεννημένος σαν σήμερα, 14 Αυγούστου 1926, στο Παρίσι, ο Γκοσινί έμελλε να γίνει ένας από τους σημαντικότερους σεναριογράφους κόμιξ του 20ού αιώνα, αφήνοντας το αποτύπωμά του σε σειρές που εξακολουθούν να διαβάζονται πολλές δεκαετίες μετά τη δημιουργία τους.
Από το Παρίσι στην Αργεντινή
Ο René Goscinny γεννήθηκε από Πολωνοεβραίους γονείς, ενώ το οικογενειακό του όνομα στα πολωνικά σημαίνει «φιλόξενος». Η ζωή του, όμως, από πολύ νωρίς απέκτησε διεθνή χαρακτήρα. Το 1928 η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Αργεντινή και εκεί ο νεαρός Γκοσινί έκανε τα πρώτα επαγγελματικά του βήματα, εργαζόμενος ως σχεδιαστής σε διαφημιστική εταιρεία.

Ο θάνατος του πατέρα του το 1945 άλλαξε τα δεδομένα. Ο Γκοσινί έφυγε μαζί με τη μητέρα του για τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ την επόμενη χρονιά επέστρεψε στη Γαλλία. Τελικά δεν απέφυγε τη στρατιωτική θητεία. Ακόμη κι εκεί, όμως, βρέθηκε κοντά σε αυτό που αγαπούσε, καθώς αξιοποιήθηκε ως σχεδιαστής στη μονάδα του.
Μετά την αποστράτευσή του επέστρεψε στη Νέα Υόρκη, όπου εργάστηκε στον χώρο των παιδικών εκδόσεων. Ήταν μία περίοδος που θα τον έφερνε ακόμη πιο κοντά στον κόσμο της εικονογράφησης και των κόμιξ.
Η συνάντηση με τον Μορίς και ο Λούκι Λουκ
Το 1951 επέστρεψε ξανά στο Παρίσι για να εργαστεί σε πρακτορείο ειδήσεων. Λίγα χρόνια αργότερα θα ερχόταν μία από τις συνεργασίες που καθόρισαν την καριέρα του. Το 1955 άρχισε να συνεργάζεται με τον Βέλγο κομίστα Μορίς, αναλαμβάνοντας τη συγγραφή ιστοριών του Λούκι Λουκ.

Ο μοναχικός καουμπόι είχε ήδη δημιουργηθεί από τον Μορίς το 1946, όμως με τον Γκοσινί στο σενάριο η σειρά γνώρισε μία από τις σημαντικότερες περιόδους της. Ο ιδιαίτερος συνδυασμός γουέστερν, παρωδίας και έξυπνων διαλόγων συνέβαλε ώστε ο Λούκι Λουκ να εξελιχθεί σε έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους ήρωες των ευρωπαϊκών κόμιξ.
Η συνάντηση που γέννησε τον Αστερίξ
Καθοριστική αποδείχθηκε και η γνωριμία του Γκοσινί με τον Αλμπέρ Ουντερζό. Οι δυο τους συνεργάστηκαν αρχικά σε άλλες σειρές, μεταξύ των οποίων ο «Ούμπα-Πα ο Ευρυθόδερμος», προτού δημιουργήσουν τον ήρωα που θα τους έκανε παγκοσμίως γνωστούς.

Το 1959 ο Γκοσινί συμμετείχε στην ίδρυση του περιοδικού «Pilote» και την ίδια χρονιά, μαζί με τον Ουντερζό, παρουσίασε τον «Αστερίξ τον Γαλάτη».
Ο μικρός Γαλάτης που κατέκτησε τον κόσμο
Η ιδέα ήταν απλή αλλά εξαιρετικά ευρηματική: ένα μικρό χωριό Γαλατών εξακολουθεί να αντιστέκεται στους Ρωμαίους την εποχή που σχεδόν ολόκληρη η Γαλατία βρίσκεται υπό τον έλεγχο του Ιουλίου Καίσαρα.
Στο επίκεντρο βρίσκονταν ο πανέξυπνος Αστερίξ και ο αχώριστος φίλος του, ο δυνατός Οβελίξ. Απέναντί τους, οι Ρωμαίοι παρουσιάζονταν συχνά ως αδέξιοι και κωμικοί κατακτητές.

Πίσω από τις περιπέτειες, όμως, υπήρχαν λογοπαίγνια, ιστορικές αναφορές, σάτιρα και σχόλια για τη σύγχρονη κοινωνία. Η σειρά ξεπέρασε γρήγορα τα γαλλικά σύνορα, μεταφράστηκε σε δεκάδες γλώσσες και διαλέκτους και εξελίχθηκε σε διεθνές εκδοτικό φαινόμενο.
Οι περιπέτειες του Αστερίξ πέρασαν αργότερα στον κινηματογράφο, στα βιντεοπαιχνίδια και στα επιτραπέζια παιχνίδια, ενώ έξω από το Παρίσι δημιουργήθηκε ακόμη και θεματικό πάρκο αφιερωμένο στον κόσμο του.
Από τον Ιζνογκούντ στον Μικρό Νικόλα
Ο Γκοσινί δεν περιορίστηκε στους δύο διασημότερους ήρωες με τους οποίους συνδέθηκε το όνομά του. Το 1959, με την εικονογράφηση του Ζαν-Ζακ Σενπέ, κυκλοφόρησε ο «Μικρός Νικόλας», με πρωταγωνιστή ένα ζωηρό αλλά καλόκαρδο παιδί και τις καθημερινές περιπέτειές του.

Αργότερα συνεργάστηκε με τον Μαρσέλ Γκοτλίμπ στη σειρά «Les Dingodossiers», ενώ το 1968, μαζί με τον Ζαν Ταμπαρί, παρουσίασε τις ιστορίες του Ιζνογκούντ, του πανούργου βεζίρη που καταστρώνει διαρκώς σχέδια για να ανατρέψει τον χαλίφη και να πάρει τη θέση του.
Η χαρακτηριστική επιθυμία του να γίνει «χαλίφης στη θέση του χαλίφη» εξελίχθηκε σε μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες ατάκες του γαλλόφωνου κόμιξ.
Η αναγνώριση και ο πρόωρος θάνατος
Η προσφορά του Γκοσινί στις τέχνες αναγνωρίστηκε και επίσημα. Το 1967 τιμήθηκε ως Ιππότης των Γραμμάτων και των Τεχνών. Την ίδια χρονιά παντρεύτηκε τη Ζιλμπέρτ Πολαρό-Μιλό και το 1968 απέκτησαν μία κόρη, την Αν Γκοσινί, η οποία ακολούθησε τον δρόμο της συγγραφής.
Η ζωή του έμελλε, ωστόσο, να τελειώσει πρόωρα. Στις 5 Νοεμβρίου 1977, σε ηλικία μόλις 51 ετών, ο Ρενέ Γκοσινί πέθανε από καρδιακή ανακοπή, κατά τη διάρκεια εξέτασης στο ιατρείο του καρδιολόγου του στο Παρίσι.

Η κληρονομιά του αποδείχθηκε πολύ μεγαλύτερη από τη σύντομη ζωή του. Οι χαρακτήρες στους οποίους χάρισε ιστορίες, χιούμορ και προσωπικότητα συνέχισαν να ζουν μετά τον θάνατό του, περνώντας από γενιά σε γενιά.
Και κάπως έτσι, ο άνθρωπος που γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 14 Αυγούστου 1926, κατάφερε να κάνει ένα μικρό γαλατικό χωριό, έναν μοναχικό καουμπόι, έναν αθεράπευτα φιλόδοξο βεζίρη και έναν σκανταλιάρη μαθητή κομμάτι της παιδικής ηλικίας εκατομμυρίων αναγνωστών.
















