Το Πεντάγωνο βρίσκεται αντιμέτωπο με μία από τις πιο έντονες περιόδους εσωτερικής αναστάτωσης επί της δεύτερης προεδρικής θητείας του Ντόναλντ Τραμπ. Οι διαδοχικές αποχωρήσεις ανώτατων αξιωματικών, οι συγκρούσεις γύρω από τη στρατιωτική ηγεσία και οι ανησυχίες για τα διαθέσιμα οπλικά συστήματα διαμορφώνουν ένα ιδιαίτερα πιεστικό σκηνικό για τον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ.

Η τελευταία εξέλιξη ήταν η παραίτηση του υπουργού Στρατού Νταν Ντρίσκολ, η οποία ήρθε έπειτα από μήνες διαφωνιών με τον Χέγκσεθ για ζητήματα που αφορούν τη διοίκηση και τον εκσυγχρονισμό του αμερικανικού Στρατού.

Η αποχώρηση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς σημειώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι αμερικανικές Ένοπλες Δυνάμεις παραμένουν ενεργές στον πόλεμο με το Ιράν, ενώ οι επιχειρησιακές ανάγκες αυξάνονται και οι δυνατότητες του στρατεύματος δοκιμάζονται.

Η παραίτηση που άνοιξε νέο κύκλο αναταράξεων

Ο Νταν Ντρίσκολ θεωρούνταν ένα από τα ανερχόμενα πρόσωπα της αμερικανικής κυβέρνησης. Η στενή σχέση του με τον αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς, με τον οποίο είχαν φοιτήσει μαζί στο Γέιλ, τον είχε φέρει στο επίκεντρο της πολιτικής σκηνής.

Ο ίδιος είχε αναλάβει στο παρελθόν ευαίσθητες επαφές για ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, μεταξύ άλλων σχετικά με την Ουκρανία, γεγονός που είχε ενισχύσει το προφίλ του εντός της κυβέρνησης.

Ωστόσο, η σχέση του με τον Χέγκσεθ επιδεινώθηκε σταδιακά. Στο επίκεντρο των διαφορών τους βρέθηκαν η κατεύθυνση του Στρατού, οι αλλαγές στη διοικητική του δομή και ο τρόπος με τον οποίο θα προχωρούσε ο εκσυγχρονισμός του.

Η παραίτησή του, σε συνδυασμό με την προηγούμενη αποχώρηση του αρχηγού του Στρατού, στρατηγού Ράντι Τζορτζ, αφήνει τον συγκεκριμένο κλάδο χωρίς επικεφαλής που να διαθέτει την πλήρη έγκριση της Γερουσίας.

Ο Χέγκσεθ αλλάζει την κορυφή των Ενόπλων Δυνάμεων

Η υπόθεση Ντρίσκολ δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό. Από την ανάληψη των καθηκόντων του, ο Πιτ Χέγκσεθ έχει προχωρήσει σε εκτεταμένες αλλαγές στην ανώτατη στρατιωτική ηγεσία.

Αρκετοί υψηλόβαθμοι αξιωματικοί έχουν απομακρυνθεί ή οδηγηθεί σε αποχώρηση, ενώ οι αλλαγές έχουν επηρεάσει σχεδόν το σύνολο των κλάδων των αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Μεταξύ των προσώπων που αποχώρησαν βρίσκονται ο πρόεδρος του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων, ο ανώτατος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και ο αρχηγός του Στρατού.

Αμερικανικά μέσα ενημέρωσης κάνουν λόγο για περισσότερους από 20 ανώτατους αξιωματικούς που έχουν απομακρυνθεί κατά την περίοδο Χέγκσεθ. Από την προηγούμενη ηγετική ομάδα, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, παραμένουν στις θέσεις τους οι επικεφαλής του Σώματος Πεζοναυτών και της Διαστημικής Δύναμης.

Οι αλλαγές έχουν προκαλέσει συζητήσεις για το κατά πόσο η πολιτική ηγεσία παρεμβαίνει πλέον περισσότερο από το συνηθισμένο στη λειτουργία της στρατιωτικής ιεραρχίας.

Παρεμβάσεις στις προαγωγές και νέες αντιδράσεις

Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκονται και οι διαδικασίες προαγωγής αξιωματικών.

Σύμφωνα με αμερικανικές αναφορές, ο Χέγκσεθ έχει προσωπικά παρέμβει σε καταλόγους υποψηφίων, αφαιρώντας δεκάδες ονόματα από διαδικασίες προαγωγής μέσα στο 2026.

Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι μεταξύ των υποψηφίων που επηρεάστηκαν περιλαμβάνονται και αξιωματικοί που είναι γυναίκες, μαύροι ή ισπανόφωνοι.

Η πρακτική αυτή έχει προκαλέσει επιπλέον ερωτήματα, καθώς οι διαδικασίες επιλογής και προαγωγής στο αμερικανικό στράτευμα παραδοσιακά λειτουργούν με σημαντικό βαθμό θεσμικής απόστασης από την πολιτική ηγεσία.

Ο πόλεμος με το Ιράν αυξάνει την πίεση

Την ίδια στιγμή, οι αμερικανικές Ένοπλες Δυνάμεις καλούνται να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις ενός πολέμου που βρίσκεται ήδη στον έκτο μήνα.

Η διάρκεια των επιχειρήσεων έχει προκαλέσει ανησυχίες σχετικά με τη διαθεσιμότητα προσωπικού, την επιχειρησιακή ετοιμότητα και τα αποθέματα κρίσιμων οπλικών συστημάτων.

Σύμφωνα με αμερικανικές πληροφορίες, ανώτατοι διοικητές που είναι υπεύθυνοι για τις αμερικανικές δυνάμεις στην Ευρώπη, τον Ινδο-Ειρηνικό και τη Λατινική Αμερική έχουν εκφράσει επιφυλάξεις για την παράταση των αναπτύξεων που συνδέονται με τον πόλεμο.

Το βασικό τους επιχείρημα είναι ότι η παρατεταμένη παρουσία δυνάμεων στη Μέση Ανατολή περιορίζει την ικανότητα των ΗΠΑ να ανταποκριθούν άμεσα σε πιθανές κρίσεις σε άλλα μέτωπα.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η κατάσταση στον αμερικανικό στόλο. Σύμφωνα με τις ίδιες αναφορές, μόλις ένα μέρος των αντιτορπιλικών του Πολεμικού Ναυτικού είναι διαθέσιμο για άμεση ανάπτυξη.

Παράλληλα, αεροπλανοφόρο που είχε βασικό ρόλο στην αμερικανική στρατηγική στον Ειρηνικό μετακινήθηκε προς τη Μέση Ανατολή, γεγονός που ενισχύει τη συζήτηση για το κόστος της παρατεταμένης στρατιωτικής εμπλοκής.

Τα αποθέματα Patriot στο επίκεντρο

Ένα ακόμη ζήτημα που προκαλεί προβληματισμό αφορά τα αποθέματα αναχαιτιστικών πυραύλων Patriot.

Αμερικανικά μέσα αναφέρουν ότι οι επιχειρήσεις έχουν οδηγήσει στην κατανάλωση σημαντικού μέρους των διαθέσιμων πυραύλων, περιορίζοντας τα περιθώρια για την κάλυψη άλλων αμυντικών αναγκών.

Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία για το ΝΑΤΟ, αλλά και για τον σχεδιασμό των ΗΠΑ απέναντι σε ενδεχόμενη μελλοντική κρίση στον Ινδο-Ειρηνικό, όπου η Κίνα αποτελεί βασικό παράγοντα στρατηγικού σχεδιασμού της Ουάσινγκτον.

Οι ανησυχίες αυτές, ωστόσο, απορρίπτονται από το Πεντάγωνο.

«Δεν υπάρχει αναταραχή», απαντά το Πεντάγωνο

Η επίσημη γραμμή του υπουργείου Άμυνας είναι ότι οι περιγραφές περί θεσμικής κρίσης δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Ο εκπρόσωπος του Πενταγώνου Σον Πάρνελ χαρακτήρισε τις σχετικές αναφορές αβάσιμες και υποστήριξε ότι οι διαφωνίες μεταξύ ανώτατων στρατιωτικών και πολιτικής ηγεσίας αποτελούν μέρος της φυσιολογικής λειτουργίας του υπουργείου.

Παράλληλα, απέρριψε τις πληροφορίες περί σοβαρών ελλείψεων σε πυρομαχικά, υποστηρίζοντας ότι οι ΗΠΑ εξακολουθούν να διαθέτουν ισχυρά και επαρκή αποθέματα.

Το Πεντάγωνο έχει επίσης αντιδράσει έντονα στη δημοσιοποίηση ευαίσθητων στρατιωτικών εκτιμήσεων, με τον Πάρνελ να χαρακτηρίζει τη διαρροή απόρρητων πληροφοριών σοβαρό αδίκημα.

Ένα Πεντάγωνο πιο κλειστό από ποτέ

Την ίδια ώρα, ένα ακόμη στοιχείο έχει προκαλέσει ερωτήματα: η περιορισμένη πρόσβαση των μέσων ενημέρωσης στην ηγεσία του υπουργείου.

Το Πεντάγωνο δεν έχει πραγματοποιήσει επίσημη ενημέρωση Τύπου από τις 5 Μαΐου, γεγονός που σημαίνει ότι για μήνες δεν έχει υπάρξει η καθιερωμένη δημόσια ενημέρωση σχετικά με τις δραστηριότητες και τις επιχειρήσεις του υπουργείου.

Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς οι ΗΠΑ βρίσκονται σε ενεργό πολεμική επιχείρηση.

Παράλληλα, δημοσιεύματα έχουν αναφέρει ότι στρατιωτικοί influencers που πρόσκεινται στο κίνημα MAGA έχουν τοποθετηθεί σε πολιτικές θέσεις στο υπουργείο, συνεχίζοντας παράλληλα να προωθούν δημόσια τις θέσεις του Χέγκσεθ και να επικρίνουν τους αντιπάλους του.

Η σύγκρουση με τα «Stars and Stripes»

Η ένταση έχει μεταφερθεί και στον χώρο της στρατιωτικής δημοσιογραφίας.

Τρία κορυφαία στελέχη της εφημερίδας «Stars and Stripes» έχουν προσφύγει δικαστικά κατά του Πενταγώνου, υποστηρίζοντας ότι απομακρύνθηκαν ως αντίποινα για δημοσιεύματα που ασκούσαν κριτική στις συνθήκες που επικρατούν σε αμερικανικό αεροπλανοφόρο το οποίο συμμετέχει στις επιχειρήσεις κατά του Ιράν.

Η υπόθεση προσθέτει ένα ακόμη μέτωπο στη συζήτηση για τη διαφάνεια, την ελευθερία του Τύπου και τη σχέση της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου με τα μέσα ενημέρωσης.

Παρά την κρίση, ο Χέγκσεθ παραμένει στη θέση του

Παρά τις διαδοχικές αποχωρήσεις, τις επικρίσεις και τα ερωτήματα γύρω από τη λειτουργία του Πενταγώνου, η πολιτική θέση του Πιτ Χέγκσεθ δεν φαίνεται να απειλείται άμεσα.

Ο υπουργός έχει καταφέρει να διατηρήσει την υποστήριξη του Ντόναλντ Τραμπ, ενώ έχει επιβιώσει από προηγούμενες πολιτικές κρίσεις και σκάνδαλα, μεταξύ των οποίων και η υπόθεση που έγινε γνωστή ως «Signalgate».

Για το στρατόπεδο MAGA, η αλλαγή της ηγεσίας του Πενταγώνου αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας να περιοριστεί η επιρροή του λεγόμενου «βαθέος κράτους» στους αμερικανικούς θεσμούς ασφαλείας.

Ο Τραμπ, από την πλευρά του, έχει επαναλάβει τη στήριξή του στον υπουργό Άμυνας και έχει ζητήσει από το Κογκρέσο να εγκρίνει έναν πρωτοφανή αμυντικό προϋπολογισμό, ύψους περίπου 1,5 τρισεκατομμυρίου δολαρίων.

Το μεγάλο ερώτημα πλέον είναι αν οι συνεχείς αλλαγές στην κορυφή του αμερικανικού στρατεύματος θα οδηγήσουν σε μια νέα, πιο συγκεντρωτική μορφή διοίκησης ή αν θα δημιουργήσουν πρόσθετες πιέσεις σε έναν μηχανισμό που ήδη καλείται να διαχειριστεί έναν παρατεταμένο πόλεμο και πολλαπλές γεωπολιτικές προκλήσεις.