Ο νέος εκλογικός νόμος για την Αυτοδιοίκηση αλλάζει κάτι πολύ πιο βαθύ από τη διαδικασία ανάδειξης δημάρχων και περιφερειαρχών. Αλλάζει την ίδια τη φύση της ψήφου, αλλά και ότι στις αυτοδιοικητικές δημοσκοπήσεις του 2028 δεν θα μετράνε απλά την πρόθεση ψήφου αλλά τη στρατηγική ψήφου! Ο πολίτης δεν καλείται πια να απαντήσει μόνο «ποιον θα ψηφίσεις», καλείται να σκεφτεί και «ποιος είναι ο δεύτερός σου» για την εναλλακτική επιλογή που θα ενεργοποιηθεί μόνο αν ο πρώτος του δεν περάσει. Είναι μια εντελώς διαφορετική νοητική διαδικασία και οι εταιρείες δημοσκοπήσεων δεν έχουν ακόμα προσαρμοστεί σε αυτήν.
- του Θανάση Παπαμιχαήλ – Επικοινωνιολόγος-Συγγραφέας Οδηγών Πολιτικής Αυτοβελτίωσης
Μέχρι σήμερα, το μοντέλο ήταν απλό. Είχαμε μία ερώτηση, μία απάντηση, μία πρόθεση ψήφου. Η κατάργηση της δεύτερης Κυριακής όμως σημαίνει ότι η «δεύτερη επιλογή» δεν είναι πια θεωρητική άσκηση για τους αναλυτές, είναι ο μηχανισμός που θα κρίνει πραγματικά την εκλογή. Μια δημοσκόπηση που καταγράφει μόνο την πρώτη προτίμηση δίνει μισή εικόνα.
Λείπει το κομμάτι που θα αποφασίσει ποιος τελικά κερδίζει σε συνθήκες πολυδιάσπασης. Το νέο φορμάτ που χρειάζεται η αγορά δεν είναι κοσμητικό. Απαιτεί δύο επίπεδα ερωτήσεων, πρώτη και δεύτερη προτίμηση και έναν αλγόριθμο κατανομής που να προσομοιώνει το πώς οι δεύτερες ψήφοι θα μετακινούνταν αν υπήρχε πραγματική επαναληπτική διαδικασία. Χρειάζεται δηλαδή κάτι πιο κοντά στα μοντέλα κατανεμημένης ψήφου παρά στην απλή καταγραφή προθέσεων.
Οι εταιρείες που θα το καταλάβουν πρώτες θα αποκτήσουν σοβαρό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα ερμηνευτικής ακρίβειας. Εδώ όμως εμφανίζεται το πραγματικό εμπόδιο που δεν είναι μεθοδολογικό αλλά είναι οικονομικό. Η δεύτερη Κυριακή αποτελούσε για τις εταιρείες δημοσκοπήσεων έναν δεύτερο, πλήρες γύρο ανάθεσης. Νέα έρευνα, νέο συμβόλαιο, νέα αμοιβή. Με μία μόνο εκλογική διαδικασία αυτό το έσοδο εξαφανίζεται. Η λογική λέει ότι το κενό θα καλυφθεί από πιο σύνθετες, «διπλές» έρευνες που θα κοστίζουν περισσότερο ανά μέτρηση, αλλά αυτό προϋποθέτει πελάτες πρόθυμους να πληρώσουν για μεγαλύτερη ακρίβεια, όχι απλώς για περισσότερες μετρήσεις.
Το ερώτημα που θα κρίνει τους επόμενους μήνες δεν είναι λοιπόν μόνο μεθοδολογικό. Είναι αν η αγορά δημοσκοπήσεων θα αντιληφθεί έγκαιρα ότι ο νόμος δεν κατάργησε μία Κυριακή, κατάργησε ένα επιχειρηματικό μοντέλο και απαιτεί ένα καινούργιο.















