Μια από τις πιο μαύρες σελίδες της γερμανικής κατοχής γράφτηκε σαν σήμερα, στις 2 Ιουνίου 1941, στο χωριό Κοντομαρί των Χανίων. Γερμανικά στρατεύματα προχώρησαν στην ομαδική εκτέλεση του ανδρικού πληθυσμού της περιοχής, εγκαινιάζοντας μια σειρά από αιματηρά αντίποινα στο νησί, ως απάντηση για την ενεργό συμμετοχή των πολιτών στη Μάχη της Κρήτης (20 Μαΐου – 31 Μαΐου 1941).

Το Κοντομαρί, ένας οικισμός που βρίσκεται 18 χιλιόμετρα δυτικά της πόλης των Χανίων και μόλις 3 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά από το στρατηγικής σημασίας αεροδρόμιο του Μάλεμε, έγινε ο πρώτος στόχος της ναζιστικής θηριωδίας.

Η αεραπόβαση και η απρόσμενη αντίσταση

Η αντίστροφη μέτρηση για την τραγωδία ξεκίνησε με την έναρξη της γερμανικής αεραποβατικής επιχείρησης. Οι αλεξιπτωτιστές που ανήκαν στο 3ο Τάγμα της 1ης Μεραρχίας Αλεξιπτωτιστών της Βέρμαχτ προσγειώθηκαν στα νοτιοανατολικά του Μάλεμε, όπου βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα διπλό, ανυπέρβλητο εμπόδιο.

Τους εισβολείς περίμεναν οι δυνάμεις του Νεοζηλανδικού στρατού (πιο συγκεκριμένα το 21ο και 22ο Τάγμα). Δίπλα στους στρατιώτες ξεσηκώθηκε αμέσως ο ντόπιος πληθυσμός. Οι Κρητικοί, παρόλο που διέθεταν από πρωτόγονα έως εντελώς απαρχαιωμένα όπλα, πολέμησαν με αυτοθυσία.

 

Οι βαριές απώλειες των Γερμανών

Η σθεναρή και απρόσμενη αντίσταση των κατοίκων και των συμμάχων προκάλεσε πανωλεθρία στις γερμανικές δυνάμεις. Το κόστος για τους αλεξιπτωτιστές της Βέρμαχτ ήταν βαρύτατο, καθώς:

  • Έχασαν τη ζωή τους από 400 έως 600 άνδρες.

  • Έπεσε νεκρός στο πεδίο της μάχης ο διοικητής τους, ο ταγματάρχης Ότο Σέρμπερ.

Οι μεγάλες αυτές απώλειες και η οργή της γερμανικής διοίκησης για την αποτυχία μιας «εύκολης» επικράτησης οδήγησαν στην απόφαση για το δολοφονικό πογκρόμ της 2ης Ιουνίου, το οποίο αποτέλεσε την απαρχή των μαζικών εκτελέσεων αμάχων σε ολόκληρο το νησί.

Η ίδια τύχη περίμενε τους γερμανούς εισβολείς και στις υπόλοιπες περιοχές της Μεγαλονήσου, στις οποίες επιχείρησαν. Αμέσως άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες για κακομεταχείριση των γερμανών αλεξιπτωτιστών από τον ντόπιο πληθυσμό.

Γερμανικές στρατιωτικές αναφορές έκαναν λόγο για επιθέσεις κρητικών κατά στρατιωτών τους με μαχαίρια, τσεκούρια, ακόμα και δρεπάνια. Άλλωστε, η Πρωσσική ηθική περί πολέμου ήταν αντίθετη με την εμπλοκή πολιτών στον πόλεμο, τον οποίο όφειλαν να διεξαγάγουν επαγγελματίες στρατιώτες.

Οι φήμες και οι αναφορές γνωστοποιήθηκαν στον αντικαγκελάριο του Τρίτου Ράιχ και βετεράνο πιλότο Χέρμαν Γκέριγκ (1893 – 1946), ο οποίος διέταξε τον επικεφαλής του Σώματος των Αλεξιπτωπτιστών, Κουρτ Στούντεντ (1890 – 1978), να προβεί σε ανακρίσεις και αντίποινα, αν κρινόταν απαραίτητο.

Τους οδήγησαν σε ένα ελαιώνα έξω από το χωριό και τους εκτέλεσαν

Ο Στούντεντ δεν έχασε χρόνο κι εξέδωσε διαταγή αμέσως μετά την κατάληψη της Κρήτης (31 Μαΐου), με την οποία οι στρατιωτικές μονάδες που ενεπλάκησαν σε μάχες με πολίτες, όφειλαν να ενεργήσουν τα αντίποινα.

Ακολουθώντας τη διαταγή του Στούντεντ, ο υπολοχαγός Χορστ Τρέμπες (1916-1944) με τους εναπομείναντες άνδρες του 3ου Τάγματος Αλεξιπτωτιστών κατευθύνθηκε προς στο Κοντομαρί, πλησίον του οποίου είχαν βρεθεί τα πτώματα κάποιων συμπολεμιστών τους. Αμέσως μετά την άφιξή τους, οι Γερμανοί συγκέντρωσαν τους κατοίκους κι αφού απελευθέρωσαν τα γυναικόπαιδα, πήραν ως ομήρους τους περισσότερους από τους άνδρες του χωριού. Τους οδήγησαν σε ένα ελαιώνα έξω από το χωριό και τους εκτέλεσαν. Ο αριθμός των εκτελεσθέντων ποικίλλει από 23 έως 60.

Ο 25χρονος Χορστ Τρέμπες παρασημοφορήθηκε για την πράξη του από τον Γκέρινγκ με τον Σταυρό των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού, αλλά τρία χρόνια αργότερα σκοτώθηκε στη Νορμανδία.

Τη Σφαγή στο Κοντομαρί αποτύπωσε με τον φωτογραφικό του φακό ο Φραντς – Πέτερ Βάιξλερ, ο οποίος υπηρετούσε ως πολεμικός ανταποκριτής στο τμήμα προπαγάνδας της Βέρμαχτ. Λίγους μήνες αργότερα, ο Βάιξλερ απολύθηκε από τον στρατό και κατηγορήθηκε για εσχάτη προδοσία, επειδή βοήθησε κάποιους Κρητικούς να αποδράσουν και δημοσιοποίησε κάποιες από τις φωτογραφίες που τράβηξε στο Κοντομαρί.

Αμέσως μετά τον πόλεμο κατέθεσε στη δίκη της Νυρεμβέργης ως μάρτυρας κατηγορίας κατά του Χέρμαν Γκέριγκ και το 1955 επισκέφθηκε το μαρτυρικό χωριό, όπου του επιφυλάχθηκε θερμή υποδοχή από τους κατοίκους.

Το φωτογραφικό υλικό του Βάιξλερ, όπως αναφέρει το Σαν Σήμερα, παρέμεινε θαμμένο στα ομοσπονδιακά αρχεία της τότε Δυτικής Γερμανίας έως το 1980, οπότε ανακαλύφθηκε από τον δημοσιογράφο Βάσο Μαθιόπουλο (1929-2013) και συσχετίστηκε με τη Σφαγή στο Κοντομαρί από τον δημοσιογράφο Κώστα Παπαπέτρου.