Ιδιαίτερο ενδιαφέρον από άποψη πολιτικής επικοινωνίας έχει το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ εξαϋλώθηκε σχεδόν αμέσως μόλις έκανε την εμφάνισή της η ΕΛΑΣ ή, για να το θέσουμε στη σωστή του βάση, το κόμμα Τσίπρα. Στην Κουμουνδούρου έχουν σηκώσει τα μανίκια, με τη Ρένα Δούρου και τους συνεργάτες της να ψάχνουν τη φόρμουλα που θα τους σηκώσει από το 2%.

  • του Βασίλη Βρανά – Σύμβουλος Στρατηγικής Επικοινωνίας, διδάκτωρ Φιλοσοφικής Σχολή ΕΚΠΑ

Το βασικό ερώτημα είναι το εάν ο ΣΥΡΙΖΑ είναι κόμμα προσώπων ή κόμμα αρχών. Η απάντηση έρχεται αβίαστα: είναι κόμμα προσώπων, διότι αν δεν ήταν δεν θα έχανε τη γη κάτω από τα πόδια του όταν επανεμφανίστηκε ο Αλέξης Τσίπρας με δικό του κόμμα. Ούτε, βέβαια, θα βλέπαμε μαζικές παραιτήσεις και ανεξαρτητοποιήσεις κορυφαίων στελεχών του.

Παράλληλα, διαπιστώνει κανείς μελετώντας τη δημοσκοπική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ πως υπήρχε μεγάλη μερίδα υποστηρικτών του κόμματος, οι οποίοι όσο ήταν στην ηγεσία ο Σωκράτης Φάμελλος δεν εκδήλωναν πρόθεση να το ψηφίσουν. Αντιθέτως, μόλις ιδρύθηκε η ΕΛΑΣ κατέκτησε μονομιάς τη δεύτερη θέση στις δημοσκοπήσεις, αποκαλύπτοντας την κυβερνητική δυναμική του εν λόγω πολιτικού εγχειρήματος. Την ίδια σχεδόν πορεία, αλλά σε μικρότερη κλίμακα, είδαμε να ακολουθεί και η Νέα Αριστερά.

Αποδεικνύεται πως η εκλογική συμπεριφορά των ψηφοφόρων σήμερα δεν καθορίζεται τόσο από την πολιτική ατζέντα όσο από τα πρόσωπα που βγαίνουν μπροστά και καλούνται να την υλοποιήσουν. Με άλλα λόγια, η «ελπίδα για ανατροπή» που γεννά το κόμμα Τσίπρα είναι που αποφέρει δημοφιλία και όχι η πολιτική του ατζέντα. Μην ξεχνάμε πως η ΕΛΑΣ είναι ένα υπό διαμόρφωση κόμμα χωρίς σαφείς πολιτικές θέσεις κι όμως κατέχει ήδη (άτυπα) τον ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Με άλλα λόγια, είναι εμφανές πως ο χώρος της Αριστεράς περνά σε μια νέα φάση, αυτή των προσώπων και όχι αμιγώς της ιδεολογίας. Αυτό υποδηλώνει πως τόσο η Ρένα Δούρου όσο και ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης πρέπει να εστιάσουν στην καλλιέργεια ενός στιβαρού πολιτικού μηνύματος και όχι στην, όπως αποδεικνύεται, παρωχημένη καταγγελτική ρητορική της Αριστεράς, που μας ταξιδεύει πίσω στον Μάη του 1968. Όπως ο Κυριάκος Μητσοτάκης επενδύει επικοινωνιακά στη «Σταθερότητα» και ο Αλέξης Τσίπρας στην «Ανατροπή», έτσι θα πρέπει να υπάρξει και από τα κόμματα αυτά ένα σαφές ρητορικό και όχι ιδεολογικό στίγμα.

Αυτό ήταν και το λάθος στο οποίο υπέπεσε ο Νίκος Ανδρουλάκης, ο οποίος επιχείρησε επικοινωνιακά να επαναφέρει στη μνήμη το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα. Ωστόσο, όταν είδε πως το εκλογικό σώμα δεν είχε ανάλογη διάθεση, έχασε τον προσανατολισμό του και εγκλωβίστηκε σε μια στείρα καταγγελτική ρητορική.

Κοντολογίς, η προσωποκεντρική πολιτική (personal branding) αποτελεί πλέον αναπόφευκτη συνθήκη και αυτό ισχύει και στον χώρο της Δεξιάς (βλ. κόμμα Βελόπουλου, Λατινοπούλου, Σαμαρά). Ωστόσο, η επιτυχία ενός κόμματος δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το πρόσωπο του ηγέτη, αλλά από το κατά πόσο αυτό κατορθώνει να ενσαρκώσει ένα πειστικό πολιτικό αφήγημα και να συνδέσει τις λύσεις που προτείνει με τις προσδοκίες των πολιτών.