Η Τουρκία στήνει ένα παγκόσμιο κατασκοπευτικό δίκτυο, ώστε να δώσει σάρκα και οστά στα σχέδιά της για τη «Γαλάζια Πατρίδα» και το χαλιφάτο που ονειρεύεται. Ο δε πολυμέτωπος υβριδικός πόλεμος που έχει εξαπολύσει κατά της χώρας μας, όπως σημειώνει ρεπορτάζ του Νίκου Χιδίρογλου στην εφημερίδα «Political», βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη.

Μάλιστα, ο τουρκικός Τύπος παραμένει «καλός αγωγός» αυτών των επιδιώξεων, προσπαθώντας να δημιουργήσει «σοκ και δέος» με αναφορές όπως οι χθεσινές, σύμφωνα με τις οποίες «η συνεργασία στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας μεταξύ Τουρκίας και Ιταλίας έχει σημάνει συναγερμό στην Ελλάδα»και ότι «η Τουρκία, διεισδύοντας δυναμικά στους κόλπους των ευρωπαϊκών ενόπλων δυνάμεων, στρέφει πάνω της τα βλέμματα χάρη σε συστήματα όπως το KIZILELMA και το Bayraktar TB3»(όπως έγραψε χθες το SSBülten, εξειδικευμένο σε στρατιωτικά θέματα).

Οι καταγγελίες για πυρομαχικά διασποράς στο Κίεβο

Κι όλα αυτά την ώρα που κάτω από τα ραντάρ του διεθνούς Τύπου περνούν καταγγελίες όπως αυτή ότι η Άγκυρα επιδιώκει να μεταφέρει στην Ουκρανία πυρομαχικά διασποράς, τα οποία απαγορεύονται από τη Σύμβαση για τα Πυρομαχικά Διασποράς (Convention on ClusterMunitions) που τέθηκε σε ισχύ το 2010.Έχοντας πατήσει για τα καλά πόδι σε χώρες όπως η Συρία και η Σομαλία και στήνοντας και εκεί κέντρα παρακολούθησης, η γείτονα επεκτείνει την ακτίνα παρακολούθησης των δρώμενων, ποντάροντας και στη βοήθεια χωρών όπως το Πακιστάν και της μυστικής του υπηρεσίας IB.

Η Άγκυρα αναδιοργανώνει εκ βάθρων τις μυστικές της υπηρεσίες (MIT), μετατρέποντάς τις σε καθόλα επιχειρησιακό δίκτυο συλλογής πληροφοριών και επιθετικής προώθησης των τουρκικών επιδιώξεων. Και μπορεί το δίκτυο αυτό να ασχολείται εν πολλοίς με την παρακολούθηση των πολιτικών αντιπάλων του Ταγίπ Ερντογάν -Ελλήνων, Ισραηλινών, Κούρδων και Αρμενίων αξιωματούχων σε όλο τον κόσμο- και με επιχειρήσεις κυβερνοπολέμου, αλλά πλέον, όπως τονίζει το NordicMonitorσε αποκαλυπτικό του ρεπορτάζ, η Άγκυρα δίνει παγκόσμια διάσταση σε αυτή της τη δραστηριότητα. Με τίτλο:«Η Τουρκία επιστρατεύει πρώην πράκτορες, ξένα στελέχη και ιδιωτικά δίκτυα για να επεκτείνει την παγκόσμια παρακολούθηση», η εξειδικευμένη ιστοσελίδα γράφει ότι η ΜΙΤ «στρατολογεί αλλοδαπούς υπηκόους, καλλιεργεί σχέσεις με απόστρατους αξιωματούχους δυτικών υπηρεσιών πληροφοριών και ασφαλείας και επιστρατεύει επιχειρηματίες με πολιτικές διασυνδέσεις, καθώς και ιδιωτικές εταιρείες για τη συλλογή ευαίσθητων πληροφοριών, τη διαμόρφωση πολιτικών ξένων κυβερνήσεων, τη διεξαγωγή επιχειρήσεων άσκησης επιρροής και την παρακολούθηση επικριτών του καταπιεστικού ηγέτη της χώρας, προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, οι οποίοι ζουν εξόριστοι σε διάφορες χώρες». Και προσθέτει ότι «δικαστικά έγγραφα, ποινικές διαδικασίες και ένορκες καταθέσεις από την Τουρκία και τις ΗΠΑ αποκαλύπτουν μια πολυεπίπεδη δομή πληροφοριών στο εξωτερικό, στο πλαίσιο της οποίας η MIT βασίζεται όχι μόνο σε επαγγελματίες πράκτορες που δρουν υπό διπλωματική κάλυψη, αλλά και σε επιχειρηματίες με πολιτικές διασυνδέσεις, ιδιώτες συμβούλους πληροφοριών, συνταξιούχους, πιστούς υποστηρικτές που διαμένουν στο εξωτερικό και πρώην αξιωματούχους εθνικής ασφάλειας της Δύσης, των οποίων η πρόσβαση, η τεχνογνωσία και τα τοπικά δίκτυα παρέχουν δυνατότητες που δεν διαθέτουν οι συμβατικοί πληροφοριοδότες».

Ο Τούρκο-Βρετανός στρατολόγος

Το NordicMonitorαναφέρεται στη μαρτυρία του γεννημένου στη Γερμανία Τούρκου-Βρετανού υπηκόου Χουσεΐν Γκιούν, ο οποίος φέρεται να αφιέρωσε δεκαετίες στη δημιουργία για λογαριασμό της Άγκυρας ενός εκτεταμένου δικτύου επαφών στους τομείς της πολιτικής, των υπηρεσιών πληροφοριών και των επιχειρήσεων.Και υπογραμμίζει ότι τα όσα αναφέρονται από τη συγκεκριμένη πηγή επιβεβαιώνουν στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας από άλλες επιχειρήσεις της κυβέρνησης Ερντογάν που ενέπλεκαν Τούρκους διαμεσολαβητές, όπως ο Καμίλ Εκίμ Αλπτεκίν, επιχειρηματίας που αντιμετωπίζει κατηγορίες στις ΗΠΑ και επιχείρησε να στρατολογήσει πρώην στελέχη των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών και αρχών επιβολής του νόμου για μυστικές δραστηριότητες σε αμερικανικό έδαφος, συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης επικριτών του Ερντογάν και προσπαθειών σπίλωσής τους.

Όταν «κελάηδησε» ο μυστικός πράκτορας

Ο Γκιούν άρχισε να «κελαηδάει» απ’ τη στιγμή που η κυβέρνηση του Ταγίπ Ερντογάν στράφηκε εναντίον του, απαγγέλλοντάς του κατηγορίες για πολιτική και στρατιωτική κατασκοπεία, λόγω των επαφών του με τον φυλακισμένο αντίπαλο του Τούρκου προέδρου, Εκρέμ Ιμάμογλου. Και, όπως επισημαίνει το NordicMonitor, στην κατάθεσή του ενώπιον δικαστηρίου της Κωνσταντινούπολης στις 11 Μαΐου 2026, ο Τούρκος πράκτορας είπε ότι συνέλεγε πληροφορίες και διενεργούσε lobbying για λογαριασμό της τουρκικής κυβέρνησης, απαντώντας έτσι στις εισαγγελικές κατηγορίες ότι εργαζόταν για λογαριασμό του Ισραήλ, των ΗΠΑ και της Βρετανίας.

Αναλώσιμοι πράκτορες με φόντο τα παιχνίδια εξουσίας του Ερντογάν

Εδώ προκύπτει και κάτι άλλο σημαντικό: ο Τούρκος πρόεδρος δεν διστάζει να «κάψει» έναν operativeτης χώρας του προκειμένου να αδρανοποιήσει τους πολιτικούς του αντιπάλους. Και αυτό υπενθυμίζει πως άφησε την τουρκική Πολεμική Αεροπορία χωρίς χειριστές, προκειμένου να ξεκάνει τους αξιωματικούς της που θεωρούσε ότι δεν ασπάζονταν τις πολιτικές του θεωρήσεις.

Η σύλληψη του Χουσεΐν Γκιουν

Ο Γκιούν συνελήφθη στις 3 Ιουλίου 2025. Αρχικά, προσπάθησε να σβήσει τη «φωτιά», λέγοντας πως οι δραστηριότητές του ήταν επιχειρηματικού χαρακτήρα. Θεωρούσε πως αν προστάτευε κρατικά μυστικά, το κατεστημένο της γείτονος θα το εκτιμούσε και θα έσπευδε να τον σώσει. Πράγμα όμως που δεν έγινε, καθώς τυραννικά κράτη όπως η Τουρκία «κανιβαλίζουν», με την ηγεσία τους να θεωρεί όλους τους ανθρώπους τους «αναλώσιμους». Και έτσι, τον περασμένο Οκτώβριο ο Γκιούν ζήτησε να δώσει νέα κατάθεση, αποκαλύπτοντας την αλήθεια σε όλο της το μέγεθος, αποσκοπώντας συνάμα να επωφεληθεί και από διατάξεις περί μεταμέλειας.

Στη δε διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας στις 11 Μαΐου 2026, προκάλεσε σάλο με τις αποκαλύψεις του λέγοντας, όπως σημειώνει το NordicMonitor, ότι «είχε διεξάγει επιχειρήσεις στο εξωτερικό, ευθυγραμμισμένες με τους στόχους της τουρκικής κυβέρνησης, οι οποίες είχαν ως στόχο μέλη του κινήματος Γκιουλέν». Επίσης αποκάλυψε, όπως αναφέρεται, ότι «σε δύο εταιρείες που συνδέονταν με τον ίδιο, την Trident και την GPlus, είχε παραχωρηθεί ευρεία εξουσιοδότηση να εκπροσωπούν τα συμφέροντα του τουρκικού κράτους στο εξωτερικό.

Το έγγραφο που «καίει» το καθεστώς

Μάλιστα, προσκόμισε ένα έγγραφο που περιέγραψε ως επίσημη εξουσιοδότηση -με ημερομηνία έκδοσης τον Οκτώβριο του 2016 και ισχύ έως τον Μάιο του 2017- το οποίο, όπως υποστήριξε, παρείχε στις εν λόγω εταιρείες την αρμοδιότητα να συντονίζουν τις διεθνείς σχέσεις και τις δραστηριότητες προβολής για λογαριασμό της τουρκικής κυβέρνησης.

Το έγγραφο υπογράφηκε από τον Φουάτ Οκτάι, τον τότε υφυπουργό παρά τω πρωθυπουργώ και μετέπειτα αντιπρόεδρο του Ερντογάν, ο οποίος συνεργαζόταν στενά με τις τουρκικές υπηρεσίες πληροφοριών. Ο Οκτάι προεδρεύει πλέον της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων του τουρκικού κοινοβουλίου. Είναι αξιοσημείωτο ότι η κυβέρνηση Ερντογάν ούτε διέψευσε τη γνησιότητα του εγγράφου ούτε αμφισβήτησε δημόσια τον ισχυρισμό του Γκιούν στο δικαστήριο ότι η εξουσιοδότηση ήταν γνήσια και είχε εκδοθεί εκ μέρους του τουρκικού κράτους». Και όπως αναφέρει η εξειδικευμένη ιστοσελίδα, σκιαγραφείται διά της υπόθεσης αυτής και με αποκαλυπτικό τρόπο η μέθοδος δράσης της ΜΙΤ για να διευρύνει την εμβέλειά της στο εξωτερικό διά της καλλιέργειας σχέσεων και τη στρατολόγηση βετεράνων των υπηρεσιών πληροφοριών, ασφαλείας και επιβολής του νόμου άλλων χωρών, διά της αξιοποίησης της τεχνογνωσίας και των δικτύων τους για τη συλλογή πληροφοριών, καθώς και διά της αξιοποίησης ιδιωτών διαμεσολαβητών για την προώθηση των πολιτικών και στρατηγικών στόχων της κυβέρνησης Ερντογάν.

Το εκτεταμένο δίκτυο επαφών

Όσο για το δίκτυο επαφών του Γκιούν, αυτό ήταν εκτεταμένο και περιλάμβανε μεταξύ άλλων τον SirΜαρκ Τζον Σπέρτζον Άλεν, πρώην ανώτερο στέλεχος της MI6, τον Κρίστοφερ Τσαρλς Τζέιμς Στέρτζες, πρώην ανώτερο στέλεχος της GCHQ (Government Communications Headquarters – Κυβερνητικό Αρχηγείο Επικοινωνιών) και μετέπειτα τεχνικό διευθυντή της βρετανικής εταιρείας κυβερνοασφάλειας Clearwater Dynamics με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο· και τον Μάρτιν Χάουαρντ, διευθυντή Κυβερνοπολιτικής και Διεθνών Σχέσεων της GCHQ και μετέπειτα αναπληρωτή διοικητή της Υπηρεσίας Αμυντικών Πληροφοριών (Defence Intelligence) του βρετανικού υπουργείου Άμυνας.

«Αθήνα και Λευκωσία χρειάζονται κοινό δόγμα αντιμετώπισης εξωτερικών παρεμβάσεων»

Ο Δρ Μάριος Π. Ευθυμιόπουλος, διευθυντής Strategy International (SI), αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Ασφάλειας και Στρατηγικής, Vytautas Magnus University-School of Politics and Diplomacy δήλωσε αποκλειστικά στην «P»: «Η τουρκική παρακολούθηση στο εξωτερικό δεν αποτελεί νέα πρακτική. Θεσμικό σημείο καμπής υπήρξε ο νόμος 6532, που ψηφίστηκε από την Εθνοσυνέλευση της Τουρκίας το 2014 και διεύρυνε τις αρμοδιότητες της ΜΙΤ στη συλλογή πληροφοριών, στις τηλεπικοινωνίες, στην κυβερνοασφάλεια και στην εξωτερική δράση.Μετά την αποτυχημένη απόπειρα ανατροπής του Ερντογάν στις 15 Ιουλίου 2016, μεταβλήθηκαν η δομή, οι προτεραιότητες και η επιχειρησιακή λειτουργία της.

Το ευρύτερο δίκτυο αξιοποιεί ψηφιακές και φυσικές παρακολουθήσεις, εταιρείες, τεμένη, συλλόγους, πανεπιστήμια, δεξαμενές σκέψης και πολιτικές διασυνδέσεις. Συνδυάζει συλλογή πληροφοριών, προπαγάνδα, στρατηγική επικοινωνία και άσκηση επιρροής.

Στο Κόσοβο, στις 29 Μαρτίου 2018, έξι Τούρκοι υπήκοοι μεταφέρθηκαν στην Τουρκία μετά τη συνεργασία της ΜIΤ με τοπικές υπηρεσίες, προκαλώντας αποπομπές αξιωματούχων και κοινοβουλευτική έρευνα. Στη Γερμανία, το 2017, διερευνήθηκαν ιμάμηδες συνδεδεμένοι με την DİTİB για καταγγελλόμενη συλλογή πληροφοριών, χωρίς τελικά να ασκηθούν διώξεις.

Η Ελλάδα έχει αντιμετωπίσει τεκμηριωμένη υπόθεση κατασκοπείας υπέρ τουρκικών συμφερόντων. Τον Δεκέμβριο του 2020 συνελήφθησαν δύο Έλληνες στη Ρόδο για συλλογή πληροφοριών σχετικά με στρατιωτικές κινήσεις στο Αιγαίο. Στις 10 Μαΐου 2024 το Εφετείο επέβαλε ποινές πέντε και τριών ετών.

Για την Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει δημοσιοποιηθεί αντίστοιχη τελεσίδικη υπόθεση άμεσα συνδεδεμένη με τη ΜIΤ. Η κατοχή, η Πράσινη Γραμμή και η παρουσία τουρκικών στρατιωτικών και διοικητικών μηχανισμών στα Κατεχόμενα δημιουργούν, ωστόσο, αυξημένο περιβάλλον κινδύνου.Αθήνα και Λευκωσία χρειάζονται κοινό δόγμα αντιμετώπισης εξωτερικών παρεμβάσεων, αναβάθμιση της αντικατασκοπείας, χαρτογράφηση χρηματοδοτήσεων και δικτύων επιρροής και προστασία των πολιτών εντός και εκτός συνόρων. Η απάντηση πρέπει να είναι θεσμική, προληπτική και, όπου απαιτείται, αποτρεπτική».