Ένα τεράστιο νέφος πλάσματος που εκτοξεύτηκε από τον Ήλιο κατευθύνεται προς τη Γη, μετά από ισχυρή έκρηξη που σημειώθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου. Η πρόγνωση της NASA δείχνει ότι το ηλιακό νέφος μπορεί να φτάσει στον πλανήτη μας στις 2 Οκτωβρίου, με το ενδεχόμενο να προκαλέσει μια ασθενή γεωμαγνητική καταιγίδα τύπου G1 και να δημιουργήσει τις κατάλληλες συνθήκες για την εμφάνιση του βόρειου σέλαος.

Για τους επιστήμονες, ένα τέτοιο φαινόμενο δεν αποτελεί λόγο ανησυχίας για ακραίες επιπτώσεις. Μπορεί όμως να δημιουργήσει ένα ιδιαίτερα εντυπωσιακό θέαμα στον νυχτερινό ουρανό, καθώς σε υψηλά γεωγραφικά πλάτη ενδέχεται να γίνει ορατό το πολικό σέλας.

Από πού ξεκίνησε η έκρηξη στον Ήλιο

Για να κατανοηθεί τι ακριβώς συνέβη, χρειάζεται πρώτα να δούμε τι είναι το λεγόμενο μαγνητικό νήμα. Πρόκειται για μια περιοχή που αποτελείται από σχετικά ψυχρό και πυκνό πλάσμα, το οποίο αιωρείται μέσα στο στέμμα, δηλαδή την εξωτερική ατμόσφαιρα του Ήλιου. Η συγκεκριμένη ύλη δεν διασκορπίζεται ελεύθερα, καθώς συγκρατείται από τα ισχυρά μαγνητικά πεδία του άστρου.

Όταν παρατηρούνται από τη Γη, τα μαγνητικά νήματα μπορεί να μοιάζουν με μακριές, σκοτεινές λωρίδες πάνω στην ηλιακή επιφάνεια. Η ονομασία «νήμα» αφορά ουσιαστικά αυτή την εικόνα, καθώς πρόκειται για ηλιακό υλικό που έχει παγιδευτεί και υποστηρίζεται από τις γραμμές του μαγνητικού πεδίου.

Υπό κανονικές συνθήκες, ένα τέτοιο σχηματισμό μπορεί να παραμείνει σταθερό για αρκετές ημέρες ή ακόμη και εβδομάδες. Όταν όμως η μαγνητική του διαμόρφωση χάσει τη σταθερότητά της, μπορεί να ακολουθήσει μια βίαιη έκρηξη και εκτόξευση υλικού στο διάστημα.

Η τεράστια ποσότητα πλάσματος που ταξιδεύει στο διάστημα

Η έκρηξη ενός μαγνητικού νήματος μπορεί να συνοδευτεί από μια στεμματική εκτίναξη μάζας ή CME (Coronal Mass Ejection).

Μια CME είναι ουσιαστικά ένα τεράστιο νέφος πλάσματος και μαγνητικού πεδίου που εκτοξεύεται από το ηλιακό στέμμα και στη συνέχεια διασχίζει τον διαπλανητικό χώρο. Μπορεί να περιλαμβάνει δισεκατομμύρια τόνους ηλιακού υλικού.

Το εάν μια τέτοια εκτίναξη θα επηρεάσει τη Γη εξαρτάται πρώτα απ’ όλα από την κατεύθυνσή της. Δεν ταξιδεύουν όλες οι CME προς τον πλανήτη μας. Όταν όμως μια CME έχει πορεία προς τη Γη, μπορεί να χρειαστεί από περίπου μία ημέρα έως και αρκετές ημέρες για να φτάσει, ανάλογα με την ταχύτητά της.

Ακόμη και η άφιξη μιας CME στη Γη δεν σημαίνει ότι θα προκαλέσει απαραίτητα ισχυρό φαινόμενο. Η ένταση των επιπτώσεων εξαρτάται από μια σειρά παραγόντων, όπως η ταχύτητα του νέφους, η δομή του μαγνητικού του πεδίου αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αυτό θα αλληλεπιδράσει με το μαγνητικό πεδίο της Γης.

Τι μπορεί να συμβεί όταν η CME φτάσει στη Γη

Η περιοχή γύρω από τη Γη όπου κυριαρχεί το πλανητικό μας μαγνητικό πεδίο ονομάζεται μαγνητόσφαιρα. Όταν ένα νέφος ηλιακού υλικού, όπως μια CME, φτάσει μέχρι εκεί, μπορεί να προκαλέσει διαταραχές.

Εφόσον η αλληλεπίδραση είναι αρκετά έντονη, το αποτέλεσμα είναι μια γεωμαγνητική καταιγίδα. Οι συγκεκριμένες καταιγίδες κατατάσσονται σε πέντε επίπεδα, από G1 έως G5, με την G1 να αντιστοιχεί στην ασθενέστερη κατηγορία και την G5 στις πιο ακραίες περιπτώσεις.

Στην πρόγνωση για τις 2 Οκτωβρίου, το μοντέλο της NASA δείχνει πιθανότητα για μια καταιγίδα G1. Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια πρόβλεψη για περιορισμένη γεωμαγνητική δραστηριότητα και όχι για κάποιο ακραίο ηλιακό γεγονός.

Μια καταιγίδα αυτού του επιπέδου μπορεί, μεταξύ άλλων, να προκαλέσει διαταραχές στις επικοινωνίες υψηλών συχνοτήτων, μεταβολές στα ηλεκτρικά ρεύματα που αναπτύσσονται στα δίκτυα και αλλαγές στις συνθήκες λειτουργίας ορισμένων δορυφόρων.

Υπάρχει όμως και μια πολύ πιο θεαματική πλευρά του φαινομένου: το πολικό σέλας.

Γιατί το βόρειο σέλας μπορεί να γίνει πιο έντονο

Το βόρειο σέλας είναι το ορατό αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης ενεργητικών σωματιδίων από τον Ήλιο με το μαγνητικό πεδίο και την ανώτερη ατμόσφαιρα της Γης.

Το γήινο μαγνητικό πεδίο κατευθύνει μέρος αυτών των σωματιδίων προς τις πολικές περιοχές. Εκεί, τα σωματίδια συγκρούονται με άτομα και μόρια των ατμοσφαιρικών αερίων και τους μεταφέρουν ενέργεια. Όταν τα άτομα και τα μόρια επιστρέφουν σε χαμηλότερη ενεργειακή κατάσταση, απελευθερώνουν μέρος αυτής της ενέργειας ως φως.

Έτσι δημιουργούνται οι χαρακτηριστικές φωτεινές «κουρτίνες» που γνωρίζουμε ως σέλας, οι οποίες μπορούν να εμφανιστούν σε αποχρώσεις του πράσινου, του κόκκινου, του μωβ ή του ροζ.

Ουσιαστικά, το φαινόμενο στον ουρανό αποτελεί τον τελευταίο κρίκο μιας αλυσίδας που ξεκινά εκατομμύρια χιλιόμετρα μακριά, στον Ήλιο: η ηλιακή μαγνητική δραστηριότητα προκαλεί την έκρηξη, η έκρηξη μπορεί να εκτοξεύσει μια CME, η CME αλληλεπιδρά με τη μαγνητόσφαιρα και αυτή η διαδικασία μπορεί να ενισχύσει το πολικό σέλας.

Το σέλας, εφόσον οι συνθήκες εξελιχθούν όπως προβλέπεται, αναμένεται να είναι πιθανότερο να εμφανιστεί σε υψηλά γεωγραφικά πλάτη, όπου τέτοια φαινόμενα είναι ούτως ή άλλως συχνότερα.

Το εάν τελικά θα μπορέσει να παρατηρηθεί και πόσο εντυπωσιακό θα είναι, δεν εξαρτάται μόνο από την πρόγνωση. Ρόλο θα παίξουν η πραγματική τροχιά της CME, η έντασή της και οι γεωμαγνητικές συνθήκες που θα επικρατούν τη στιγμή της άφιξής της.

Και φυσικά, για όποιον θέλει να κοιτάξει τον ουρανό, χρειάζονται δύο ακόμη βασικές προϋποθέσεις: αρκετό σκοτάδι και καθαρός ουρανός.