Στην πολιτική, η κριτική είναι το πιο εύκολο πράγμα. Είναι ανέξοδη, δεν απαιτεί ανάληψη ευθύνης και συχνά αποδίδει επικοινωνιακά οφέλη, ιδιαίτερα όταν συνοδεύεται με έντονο λαϊκισμό. Το δύσκολο είναι να παρουσιάσεις ένα ολοκληρωμένο σχέδιο διακυβέρνησης, με συγκεκριμένα μέτρα, κοστολόγηση και ρεαλιστικές λύσεις για τα προβλήματα των πολιτών.

  • του Φώτη Σιούμπουρα

Τα τελευταία χρόνια, η αντιπολίτευση, ασκώντας κατά κανόνα τοξική κριτική, έχει επενδύσει μεγάλο μέρος της πολιτικής της στρατηγικής στην αποδόμηση της κυβέρνησης. Το ίδιο επιχειρούν να κάνουν και τα νέα κόμματα . Πρόκειται ασφαλώς για μια θεμιτή δημοκρατική λειτουργία. Ωστόσο, η συνεχής καταγγελία, οι γενικόλογες και αόριστες εξαγγελίες δήθεν κυβερνητικών προγραμμάτων, οι εξωπραγματικές υποσχέσεις , το «όχι σε όλα», ακόμη και η άρνηση για συμμετοχή (τώρα) στη διαδικασία αναθεώρησης διατάξεων του Συντάγματος , με το αιτιολογικό «επειδή την προτείνει ο Μητσοτάκης,  δεν αρκούν για να πείσουν τους πολίτες ότι υπάρχει έτοιμη και αξιόπιστη εναλλακτική λύση. Πολύ περισσότερο όταν γίνονται προτάσεις για συσπείρωση μη όμορων, ανομοιογενών πολιτικών δυνάμεων, χωρίς κοινές θέσεις και προγράμματα ή ακριβέστερα  χωρίς καν προγράμματα , με μόνο σκοπό «να πέσει ο Μητσοτάκης». Αρκεί όμως η επιθυμία να «πέσει ο Μητσοτάκης» ή απαιτείται και ένα αξιόπιστο εναλλακτικό κυβερνητικό σχέδιο, το οποίο μέχρι τώρα δεν είδαμε και δεν ακούσαμε από κανένα κομματικό σχηματισμό, παλαιό και νέο; Τις τελευταίες ημέρες μάλιστα και με την ανακοίνωση της δημιουργίας νέων κομματικών σχηματισμών ακούστηκαν από αρχηγούς και στελέχη κομμάτων της αντιπολίτευσης τόσο εξωπραγματικές ή αν θέλετε λαϊκίστικες τοποθετήσεις , που ουσιαστικά επανάφεραν στο προσκήνιο το ζήτημα της αξιοπιστίας των εναλλακτικών προτάσεων εξουσίας.

Ο επανακάμψας στην κεντρική πολιτική σκηνή πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, αρχηγός τώρα της ΕΛΑΣ, υποστηρίζει σήμερα (εκτός από τις…διαβεβαιώσεις περί θωράκισης της Δημοκρατίας, της Δικαιοσύνης, του Κράτους Δικαίου και άλλα τέτοια βαρύγδουπα)  ότι θα λύσει το οικονομικό πρόβλημα της χώρας φορολογώντας εξτρά τους «έχοντες και κατέχοντες» και εμφανίζεται να επενδύει πολιτικά στην ανάγκη ενίσχυσης του κοινωνικού κράτους μέσω μεγαλύτερης φορολόγησης των οικονομικά ισχυρότερων.

Ωστόσο, κανείς δεν ξεχνά ότι κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησής του δεν υιοθετήθηκαν αντίστοιχες πολιτικές επιλογές. Δεν κατάργησε π.χ. τον ΕΝΦΙΑ, όπως είχε υποσχεθεί, δεν έδωσε τη 13η σύνταξη, περιέκοψε τις επικουρικές και κύριες συντάξεις, έφερε τα funds και επέτρεψε τον πλειστηριασμό της πρώτης κατοικίας.

Παρόμοια εικόνα παρατηρείται και σε άλλους πολιτικούς χώρους. Όταν διατυπώνονται από τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ γενικόλογες προτάσεις όπως η τετραήμερη εργασία ή σημαντικές αλλαγές στη φορολογία και στον ΦΠΑ, οι πολίτες δικαιούνται να ζητούν συγκεκριμένες απαντήσεις: Ποιο θα είναι το δημοσιονομικό κόστος; Πώς θα χρηματοδοτηθούν οι παρεμβάσεις; Ποιες θα είναι οι επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, στις επενδύσεις και στην απασχόληση;

Επίσης η δημόσια παραδοχή (από το στέλεχος της Ελπίδας κυρία Μαρία Νεγρεπόντη-Δεληβάνη)  ότι το νέο πολιτικό εγχείρημα της κυρίας Καρυστιανού δεν διαθέτει ακόμη ολοκληρωμένο οικονομικό πρόγραμμα, αλλά δημιουργήθηκε κυρίως ως έκφραση της κοινωνικής οργής για την τραγωδία των Τεμπών, ενισχύει την εντύπωση ότι η πολιτική διαμαρτυρία προηγείται της προγραμματικής πρότασης. Όμως η οργή, όσο δικαιολογημένη και αν είναι, δεν μπορεί από μόνη της να αποτελέσει κυβερνητικό πρόγραμμα.

Το ίδιο πρόβλημα παρατηρείται και σε άλλες δημόσιες παρεμβάσεις στελεχών της αντιπολίτευσης. Όταν ερωτάται (ο κ. Α. Σαουλίδης, στέλεχος της ΕΛΑΣ) για το ποιο πρέπει να είναι το ύψος του κατώτατου μισθού ή για συγκεκριμένες οικονομικές δεσμεύσεις και η απάντηση είναι αόριστη και «άλλα λόγια ν αγαπιόμαστε, ο πολίτης δυσκολεύεται να διακρίνει ποια ακριβώς είναι η εναλλακτική πρόταση εξουσίας.

Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση συνέχιζε να παρουσιάζει συγκεκριμένες παρεμβάσεις που απευθύνονται τόσο στη μεσαία τάξη όσο και στις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.

Μέσα σε διάστημα λίγων ημερών ανακοινώθηκαν μέτρα στήριξης οικογενειών με παιδιά, συνέχιση προγραμμάτων δημόσιας υγείας, επέκταση παρεμβάσεων για το κόστος μετακίνησης, ενώ προωθήθηκαν και σημαντικές θεσμικές εκκρεμότητες που παρέμεναν άλυτες επί δεκαετίες, όπως η ολοκλήρωση του Κτηματολογίου σε σχεδόν ολόκληρη τη χώρα.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε και στην ένταξη νοσηλευτών και διασωστών στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, ένα πάγιο αίτημα εργαζομένων του χώρου της υγείας που για χρόνια παρέμενε ανεκπλήρωτο.

Ασφαλώς, καμία κυβέρνηση δεν κρίνεται αποκλειστικά από τις ανακοινώσεις της. Ιδιαίτερα από αυτές των τελευταίων μηνών, προ των εκλογών. Κρίνεται συνολικά από το έργο της, τις επιτυχίες αλλά και τις αποτυχίες της. Και οι εκλογές δεν αποτελούν δημοψήφισμα μόνο για τον εκάστοτε πρωθυπουργό. Αποτελούν ταυτόχρονα και αξιολόγηση των εναλλακτικών επιλογών.

Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση για την αντιπολίτευση. Η πολιτική επιδίωξη της ήττας του Κυριάκου Μητσοτάκη, την οποία και μόνο επιδιώκει η αντιπολίτευση, αλλά και τα νέα κόμματα που δημιουργούνται, δεν αρκεί από μόνη της για να δημιουργήσει πλειοψηφικό ρεύμα. Οι πολίτες αναζητούν απαντήσεις στα καθημερινά τους προβλήματα, σχέδιο για την οικονομία, την υγεία, την εργασία και την ασφάλεια. Η ιστορία των εκλογών στην Ελλάδα έχει δείξει ότι οι κυβερνήσεις δεν χάνουν μόνο επειδή φθείρονται. Χάνουν όταν οι πολίτες πεισθούν ότι υπάρχει μια καλύτερη, πιο αξιόπιστη και πιο έτοιμη εναλλακτική.

Μέχρι σήμερα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη φαίνεται να διαθέτει το πλεονέκτημα της συγκεκριμένης ατζέντας. Το ερώτημα που μένει να απαντηθεί είναι αν η αντιπολίτευση θα κατορθώσει να παρουσιάσει ένα ολοκληρωμένο κυβερνητικό σχέδιο ή αν θα συνεχίσει να επενδύει στην τοξικότητα και στη δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση και θα αναλώνεται σε συζητήσεις για «κοινή κάθοδο» και … «έτσι χωρίς πρόγραμμα» Διότι, στο τέλος της ημέρας, οι εκλογές δεν κερδίζονται μόνο με το «να φύγει ο ένας». Κερδίζονται όταν οι πολίτες πιστέψουν ότι ο άλλος μπορεί να κυβερνήσει καλύτερα. Ο επανακάμψας «άλλος» μας το έδειξε ως πρωθυπουργός των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ πόσο…καλός ήταν. Μας το δείχνουν και οι «άλλοι» τώρα ως αντιπολίτευση…