«Η μητέρα μου όταν ήταν δεκατεσσάρων επειδή ο παππούς μου είχε επτά στόματα να θρέψει -είχαν φύγει από την Κεφαλονιά, γιατί είχε πεθάνει η γιαγιά μου η Κατερίνα- δεν είχε λεφτά και την έβαλε σε ένα ορφανοτροφείο. Σ’ αυτό το ορφανοτροφείο κάποια στιγμή αρρώστησε. Πηγαίνει σε ένα νοσοκομείο και εκεί συνάντησε τον πατέρα μου, ο οποίος είχε μία γκόμενα που μόλις είχε χάσει το παιδί τους που κυοφορούσε. Γίνονται φίλοι και επί ένα μήνα ο πατέρας μου πηγαίνει έξω από τα κάγκελα του ορφανοτροφείου. Κάποια στιγμή της λέει “Πηδάς τα κάγκελα; Θα σε πάω βόλτα στον γύρο του θανάτου”» ανέφερε ο ηθοποιός.

Περιγράφοντας τη συνέχεια της ιστορίας των γονιών του, προσέθεσε: «Η μάνα μου ανεβαίνει τα κάγκελα τη βοηθά ο πατέρας μου και πάνε στο Φιλοπάππου. Εκεί στο τσίρκο αφού τελείωσε ο γύρος του Θανάτου έκαναν έρωτα και με συνέλαβε. Το κατάλαβε τρεις τέσσερις μήνες μετά, όταν άρχισε να φουσκώνει η κοιλιά της. Η μαμά μου ξαναμπήκε στο ορφανοτροφείο, ο πατέρας μου πήγαινε την έβλεπε. Ο παππούς μου δεν ήθελε τον πατέρα μου γιατί ήταν ναυτικός άλλα και ο Κούρκουλος της εποχής. Ήταν δεκαεννιά χρονών.
Της έλεγε “Δεν έχει να θρέψει τον εαυτό του εσένα θα θρέψει”. Η μάνα μου στην ανέλπιδη προσπάθεια της να παντρευτεί την πατέρα μου παίρνει ένα ξυραφάκι και κόβει με δώδεκα ξυραφιές τα χέρια της. Ήταν πιτσιρίκα και τρελή. Την πάντρεψαν τελικά με τον πατέρα μου. Την σώσανε ευτυχώς. Το έκανε στο ορφανοτροφείο και όχι έξω και μπόρεσαν να την σώσουν. Έτσι γεννήθηκα εγώ. Με όλα αυτά τα τραύματα και τις ξυραφιές».
Η αποφυλάκιση του πατέρα του και οι αναμνήσεις
Παράλληλα, ο Στράτος Τζώρτζογλου θυμήθηκε τις πρώτες εικόνες από τον πατέρα του, μετά τη φυλάκιση του τελευταίου εξαιτίας ενός επεισοδίου: «Ο μπαμπάς μου μαχαίρωσε κάποιον σε ένα καυγά για τα μάτια της μητέρας μου. Μπήκε φυλακή για ένα διάστημα. Θυμάμαι η πρώτη εικόνα που είχα από τον πατέρα μου ήταν όταν πήγαμε νομίζω στην Αίγινα, να ανοίγουν οι καγκελόπορτες και να βγαίνει ένας τύπος θριαμβευτής λες και έχει πάρει Όσκαρ. Βγαίνει με ένα χαμόγελο “Ζορμπάς” ο πατέρας μου και μου λέει η μάνα μου στο αυτί “Αυτός είναι ο μπαμπάς σου”».
Σε άλλο σημείο ο Στράτος Τζώρτζογλου ανέφερε: «Με βάζει ο πατέρας μου σε ένα μηχανάκι που νοίκιασε την πρώτη ημέρα. Ήμουν τριών ετών. Με βάζει πίσω από τη μηχανή -πράγμα που έκανα εγώ αργότερα με τον Αλκιβιάδη. Τον έβαζα πάνω στη μηχανή ο τρελός- είχα πάρει τα κουσούρια του πατέρα μου. Έκανε σούζες σε ένα δάσος που έβλεπε στο ξέφωτο τη φυλακή. Γέλαγε έκανε σούζες με έριχνε κάτω και μου έλεγε συνεχώς “Είμαστε ελεύθεροι”».
















