Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 94 ετών ο σκηνοθέτης Ζαν-Πολ Ραπενό, μια από τις εμβληματικότερες μορφές του γαλλικού κινηματογράφου και δημιουργός του πολυβραβευμένου «Συρανό ντε Μπερζεράκ».

Ο σπουδαίος σκηνοθέτης, πέθανε την Τρίτη (1/9) στο Παρίσι όπως ανακοίνωσε το Γαλλικό Πρακτορείο.

Αυτοδίδακτος και με βασική κινηματογραφική του «σχολή» τη μαθητεία δίπλα στον Λουί Μαλ, ο Ραπενό χρειάστηκε χρόνια για να χτίσει τη δική του πορεία. Δεν ήταν από τους σκηνοθέτες που έβγαζαν ταινίες με γρήγορους ρυθμούς. Αντίθετα, η τελειομανία του ήταν γνωστή και ο ίδιος δεν θεωρούσε πρόβλημα το να αφήνει μεγάλα διαστήματα ανάμεσα στις δουλειές του.

«Δεν είμαι σαν μια μηλιά που ρίχνει τα φρούτα της κάθε φθινόπωρο. Ο ρυθμός μου είναι μάλλον μια ταινία κάθε πέντε ή έξι χρόνια. Δεν βλέπω γιατί θα έπρεπε να κάνω τη μια ταινία μετά την άλλη. Εκτός ασφαλώς αν έχω ανάγκη χρημάτων….», είχε πει το 2015 στο Paris Match.

Η ταινία που σφράγισε την καριέρα του ήρθε το 1990. Ο Ραπενό πήρε ένα από τα πιο γνωστά έργα της γαλλικής θεατρικής παράδοσης, τον «Συρανό ντε Μπερζεράκ» του Εντμόν Ροστάν, και το μετέφερε στη μεγάλη οθόνη με πρωταγωνιστή τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ. Το εγχείρημα αποδείχθηκε τεράστια επιτυχία. Το 1991 η ταινία απέσπασε δέκα βραβεία Σεζάρ, ανάμεσά τους εκείνο της καλύτερης ταινίας, ενώ ο ίδιος ο Ραπενό κέρδισε το βραβείο καλύτερης σκηνοθεσίας.

Η μεταφορά του «Συρανό ντε Μπερζεράκ» στη μεγάλη οθόνη ήταν για τον Ραπενό μια ιδιαίτερη πρόκληση, καθώς δεν ήθελε απλώς να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το θεατρικό έργο του Εντμόν Ροστάν, αλλά να διατηρήσει την ιδιαίτερη δύναμη του λόγου του. «Δεν μπορούσαμε να αρκεστούμε στο να μετατρέψουμε απλώς σε εικόνες αυτό το θεατρικό έργο (…) Το αληθινό στοίχημα της ταινίας είναι ότι τα πρόσωπα μιλούν σ’ αυτή με στίχους», είχε εξηγήσει, μια επιλογή που τελικά συνέβαλε καθοριστικά στην ξεχωριστή ταυτότητα της ταινίας, συνδέοντας τη θεατρική γραφή με την κινηματογραφική εικόνα.

Η πορεία του μέχρι εκεί είχε ήδη περάσει από μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα του γαλλικού σινεμά. Ο Ραπενό είχε ξεκινήσει ως σεναριογράφος, μεταξύ άλλων στη «Ζαζί στο μετρό» του Λουί Μαλ, δίπλα στον οποίο μαθήτευσε και ουσιαστικά διαμόρφωσε την κινηματογραφική του ματιά. Το 1966 έκανε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με το «Σκάνδαλο του πράσινου πύργου» («La vie de château»), με την Κατρίν Ντενέβ και τον Φιλίπ Νουαρέ, και από εκεί και πέρα άρχισε να χτίζει σταθερά τη δική του φιλμογραφία.

Ακολούθησαν οι «Παντρεμένοι αλά… γαλλικά» («Les Mariés de l’an II») το 1971, με τον Ζαν-Πολ Μπελμοντό και τη Μαρλέν Ζομπέρ, ενώ το 1975 ήρθε ο «Άγριος» («Le Sauvage»). Έξι χρόνια αργότερα, το 1981, συνεργάστηκε με τον Υβ Μοντάν και την Ιζαμπέλ Αντζανί στο «Όλο φωτιά, όλο φλόγα», επιβεβαιώνοντας τη θέση του ανάμεσα στους σημαντικούς σκηνοθέτες της γενιάς του.

Ο Ραπενό, ωστόσο, δεν ήταν δημιουργός που επέτρεπε στον εαυτό του να δουλεύει με βιασύνη. Η τελειομανία του ήταν γνωστή και ο ίδιος δεν θεωρούσε απαραίτητο να επιστρέφει κάθε λίγα χρόνια στη μεγάλη οθόνη μόνο και μόνο για να παραμένει ενεργός. «Δεν είμαι σαν μια μηλιά που ρίχνει τα φρούτα της κάθε φθινόπωρο. Ο ρυθμός μου είναι μάλλον μια ταινία κάθε πέντε ή έξι χρόνια. Δεν βλέπω γιατί θα έπρεπε να κάνω τη μια ταινία μετά την άλλη. Εκτός ασφαλώς αν έχω ανάγκη χρημάτων….», είχε πει το 2015 στο Paris Match.

Η ίδια στάση χαρακτήριζε και τη σχέση του με τη δημιουργία. Η επιστροφή του με τον «Συρανό» ήρθε έπειτα από σχεδόν δέκα χρόνια απουσίας και αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα της καριέρας του, με την ταινία να γνωρίζει τεράστια επιτυχία και να κερδίζει δέκα βραβεία Σεζάρ το 1991, μεταξύ των οποίων εκείνο της καλύτερης ταινίας, ενώ ο ίδιος ο Ραπενό τιμήθηκε ως καλύτερος σκηνοθέτης.

Ακόμη και στα τελευταία χρόνια της ζωής του συνέχισε να επιστρέφει στη δημιουργία και στην προσωπική του διαδρομή. Το 2025 εξέδωσε τα απομνημονεύματά του, με τίτλο «Vive allure», ή «Με ζωηρό ρυθμό», στα οποία αποτύπωσε τον δικό του τρόπο να βλέπει το επάγγελμα και τη ζωή πίσω από την κάμερα. «Όταν μια ταινία τελειώνει», έλεγε, «είμαι σαν τον ναυαγό στην παραλία, περιμένω το επόμενο ταξίδι».

Ίσως τελικά αυτή η φράση να συνοψίζει καλύτερα και ολόκληρη τη διαδρομή του Ζαν-Πολ Ραπενό: δεν ήταν ένας σκηνοθέτης που κυνηγούσε την ποσότητα, αλλά ένας δημιουργός που περίμενε μέχρι να βρει την επόμενη ιστορία που άξιζε να μεταφέρει στην οθόνη. Και μπορεί να άφησε πίσω του μόλις οκτώ ταινίες μεγάλου μήκους, όμως ανάμεσά τους βρίσκεται ένας «Συρανό ντε Μπερζεράκ» που έμεινε ως ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα του γαλλικού κινηματογράφου.