Με τη βαθιά φωνή, το διαπεραστικό βλέμμα και το ακαταμάχητο κύρος του ο Άγγελος Αντωνόπουλος σημάδεψε για πάντα τον ελληνικό κινηματογράφο και το θέατρο.

Ο μπον βιβέρ και γόης της εγχώριας 7ης Τέχνης και της σκηνής «έφυγε» σε ηλικία 94 ετών και σήμερα συγγενείς και φίλοι τον αποχαιρέτησαν στο Κοιμητήριο Καρύστου. Αυτή ήταν και η τελευταία του επιθυμία, η κηδεία του να γίνει σε στενό κύκλο μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Αποτραβηγμένος τα τελευταία χρόνια από το θέατρο που τόσο αγαπούσε, είχε επιλέξει τη σιωπή και την ηρεμία, μακριά από το θέαμα που τόσο τίμησε.

Από τους δραματικούς ρόλους των δεκαετιών του ’60 και του ’70 μέχρι τις ώριμες του εμφανίσεις, υπήρξε ένας ηθοποιός που δεν «έπαιζε» απλώς, αλλά ζούσε κάθε ρόλο. Η γοητεία του δεν ήταν μόνο εξωτερική, αλλά βαθιά πνευματική, συνδύαζε το πάθος του καλλιτέχνη με την πειθαρχία του δασκάλου.

Ο Άγγελος Αντωνόπουλος γεννήθηκε στην Αρχαία Ολυμπία. O πατέρας του ήταν Ζακυνθινός, σιδηροδρομικός στο επάγγελμα και γνώρισε την όμορφη σύζυγό του σ΄ ένα μαγειρειό της περιοχής.

Την έλεγαν Μυκήνα και νονός της ήταν ο Ερρίκος Σλήμαν. Το ζευγάρι ερωτεύτηκε και μετακόμισε στα Ταμπούρια, όμως εκείνος πέθανε σχετικά νωρίς και η χήρα πήρε τον μικρό Αγγελο και επέστρεψαν στην Ολυμπία. Ηταν η εποχή της Κατοχής. Μόλις όμως τελείωσε ο πόλεμος, ο Αντωνόπουλος σε ηλικία 25 χρονών, επέστρεψε στον Πειραιά.

«Ενα βράδυ πήγα και είδα στο Εθνικό τον Θείο Βάνια σε σκηνοθεσία Κουν! Βγήκα από το θέατρο και κόντεψαν να με κόψουν τα αυτοκίνητα. Από τη γοητεία που είχε ασκηθεί επάνω μου δεν έβλεπα πού πήγαινα. Ο σπόρος είχε πέσει απ’ όταν ήμουν στο χωριό, όπου είχαμε γράψει θέατρο με έναν ξάδερφό μου και το ανεβάσαμε σε μια ταράτσα. Υπήρξε προσέλευση κι εγώ γοητεύτηκα» αποκάλυψε σε συνέντευξή του.

Αποφοίτησε από τη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης Κάρολος Κουν το 1963, ενω δύο χρόνια νωρίτερα, έκανε το θεατρικό του ντεμπούτο με το έργο του Μπρεχτ «Η άνοδος του Αρτούρο Ούι».

Τη δεκαετία του ’60 συνεργάστηκε με κορυφαίους θιάσους και μεγάλους πρωταγωνιστές όπως τον Μινωτή, την Παξινού, Μυράτ και τον Μάνο Κατράκη ενώ στον κινηματογράφο ξεκίνησε με την ταινία του Ντίνου Δημόπουλου «Ένας μεγάλος έρωτας» της Φίνος Φιλμ.

Ακολούθησαν επιτυχίες όπως «Ο Εγωισμός», «Δις Διευθυντής», «Το χώμα βάφτηκε κόκκινο» και, το 1967, ο πρώτος του πρωταγωνιστικός ρόλος στην «Εκδρομή» του Τάκη Κανελλόπουλου.

Με πλούσια φιλμογραφία 47 ταινιών και πλήθος θεατρικών έργων, άφησε ανεξίτηλο στίγμα και στην τηλεόραση με σπουδαίες σειρές όπως οι «Πάνθεοι», «Το φως του Αυγερινού», «Το ουράνιο τόξο», «Μαντάμ Σουσού», «Ποιος σκότωσε τον Άβελ», «Οικογένεια», «Πρόβα νυφικού», «Ο μεγάλος θυμός».

Το 1972 ανακηρύχθηκε «Πρόσωπο της Χρονιάς» για τον «Άγνωστο Πόλεμο», ερμηνεία που σφράγισε μια ολόκληρη εποχή ως «Συνταγματάρχης Διαγόρας Βαρτάνης» και τον ανέδειξε σε σταρ μέσα σε μια νύχτα.

«Αφού έπεσε η χούντα, πέρασα δύσκολα λόγω της συμμετοχής μου στη σειρά. Φάνηκε όμως ότι η αντίδραση αυτή δεν ήταν του κόσμου αλλά κάποιων δημοσιογράφων και ηθοποιών, ανθρώπων που ήταν πιο φανατικοί δημοκράτες από από εμένα. Με ταράξανε, αλλά η καριέρα μου δεν σταμάτησε ποτέ» θυμόταν.

Με την Αλίκη Βουγιουκλάκη έγιναν το «τέλειο ζευγάρι» παίζοντας μαζί σε αρκετές ταινίες όπως το «Σ’ αγαπώ» με γυρίσματα σ ολόκληρη την Ευρώπη, στην «Δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά» και στο «Πονηρό θηλυκό … κατεργάρα Γυναίκα!», αλλά και στο θέατρο, στην «Ωραία μου κυρία».

Εκείνο το διάστημα γνωρίστηκε με τον Τζένη Καρέζη και τον Κώστα Καζάκο που τον πάντρεψαν στο γάμο του με την Νινέττα Αντωνοπούλου, που δεν κράτησε ωστόσο για πολύ.

«Θα ήθελα πάρα πολύ να έχω ένα παιδί. Να κουβεντιάζουμε, να πηγαίνουμε σινεμά, να μου λέει τους πρώτους ερωτικούς της ερεθισμούς, να τα κουβεντιάζουμε μαζί, να λέμε διάφορα, να της λέω κι εγώ αναμνήσεις. Τέτοια πράγματα, ανθρώπινα και ωραία, Δεν ήρθε το παιδί στη ζωή μου όταν ήμουν νέος. Τώρα όμως σε αυτή την ηλικία μελαγχολώ» έλεγε με παράπονο.

Εμφανίστηκε για τελευταία φορά στη σκηνή το 2017 με την παράσταση «Τα τελευταία φεγγάρια» που παιζόταν για τρία χρόνια, κινηματογραφικά στο «Πέταγμα του κύκνου» 2010 και στην οθόνη, στα «Παιδιά της Νιόβης» 2004.

Πάντα με την ίδια ευγένεια και αξιοπρέπεια που χαρακτήριζαν όλη του τη διαδρομή, αφήνοντας πίσω του μια παρακαταθήκη ήθους, συνέπειας και βαθιάς καλλιτεχνικής αλήθειας

Απολάμβανε και τη συγγραφή υπογράφοντας το μυθιστόρημα «Οι επιβάτες του φεγγαριού» (Εκδόσεις Αιώρα, 2006) και την ποιητική συλλογή «Αφύλακτη διάβαση» (Εκδόσεις Αιώρα, 2011).