Είχε, κατά πως φαίνεται, λαθέψει ο μεγάλος μας σατιρικός ποιητής Γιώργος Σουρής όταν το 1882, σατιρίζοντας την «εκτεταμένη ρουσφετολογία και την πολιτική διαφθορά» που κυριαρχούσαν στην Ελλάδα εκείνης της εποχής, έγραψε τους στίχους: «Φάτε και πιείτε, βρε παιδιά, πριν λείψουν τα ρουσφέτια». Με τη φράση αυτήν, καλούσε ουσιαστικά τους πολίτες να εκμεταλλευτούν τις παράνομες χάρες και τα βολέματα (ρουσφέτια) από τους πολιτικούς, όσο ακόμα υπήρχαν, υπονοώντας ότι η κατάσταση αυτή ήταν ο κανόνας της πολιτικής ζωής. Και είχε λαθέψει γιατί τα ρουσφέτια δεν έλειψαν στον τόπο μας και συνεχίζουν να καθορίζουν σε κάποιον βαθμό τη σχέση πολιτικού – πολίτη, έχοντας τώρα τη μορφή της πελατειακής σχέσης.

Εκατόν πενήντα τέσσερα χρόνια μετά τα …ρουσφέτια Σουρή και μια κυβέρνηση, η σημερινή, αντιμετωπίζει συναφές πρόβλημα, γιατί κάποια κυβερνητικά και κοινοβουλευτικά στελέχη ακολούθησαν την πεπατημένη του ρουσφετιού ή κατ’ αυτούς της μεσολάβησης-διευκόλυνσης για την προώθηση αιτήματος κυρίως ψηφοφόρων τους και τώρα θα βρεθούν αντιμέτωποι με τη Δικαιοσύνη. Κι αυτό γιατί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία τα βάζει όλα σε ένα τσουβάλι, με αποτέλεσμα να διασύρονται και όποιοι έκαναν έστω και ένα τηλεφώνημα στους επικεφαλής του ΟΠΕΚΕΠΕ για την προώθηση δίκαιου αιτήματος. Βέβαια αυτό -και να εξηγούμαι- δεν αναιρεί την υπαρκτή και γενικευμένη παρατυπία και παρανομία που υπήρχαν στον τομέα των αγροτικών επιδοτήσεων, όπου διαχρονικά μετείχαν και πολιτικοί (με την ιδιότητα του μεσολαβητή όμως και μόνο, χωρίς κανένα οικονομικό όφελος).

Από το σημείο όμως αυτό μέχρι που σύμπας ο πολιτικός κόσμος της αντιπολίτευσης να πέφτει από τα σύννεφα, μαθαίνοντας δήθεν σήμερα πως βουλευτές και υπουργοί ζητούσαν από τους υπηρεσιακούς παράγοντες του ΟΠΕΚΕΠΕ εξυπηρέτηση αιτημάτων των ψηφοφόρων και πολιτικών τους φίλων και να… διαπιστώνουν ότι η κυβέρνηση δεν έχει τη δεδηλωμένη, ότι είναι σε αποδρομή, η απόσταση είναι μεγάλη. Η υποκρισία όμως περισσεύει όταν κάποιοι ανακαλύπτουν τώρα ότι στην Ελλάδα γίνονται ρουσφέτια μόνον από το 2019 και μετά. Όταν φωνάζουν για κάθαρση στον ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά καταψηφίζουν το πέρασμα των αρμοδιοτήτων του στην ΑΑΔΕ. Και ασφαλώς ο σημερινός αρχηγός του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που τώρα φωνάζει για κάθαρση και ζητά εκλογές, θα θυμάται (κι αν δεν το θυμάται επειδή ήταν νεαρός τότε, να του το θυμίσουμε) ότι στα κεντρικά γραφεία του Κινήματος στεγαζόταν ένα «Γραφείο Αλληλεγγύης» που είχε επικεφαλής τον Μιχάλη Καρχιμάκη. Ιδρύθηκε επί Α. Παπανδρέου, συνέχισε να λειτουργεί και επί Σημίτη. Ο σκοπός του ήταν «να διεκπεραιώνει αιτήματα των μελών του ΠΑΣΟΚ με τη δημόσια διοίκηση», αυτό δηλαδή που αποκαλούμε πελατειακές ρυθμίσεις, δηλαδή ρουσφέτια.

Και να θυμίσουμε επίσης το μέγα σκάνδαλο του καλαμποκιού με πρωταγωνιστή τον αναπληρωτή -τότε- υπουργό Οικονομικών Νίκο Αθανασόπουλο. Ποιο ήταν το αδίκημα για το οποίο παραπέμφθηκε στο Ειδικό Δικαστήριο και καταδικάστηκε ο υπουργός του ΠΑΣΟΚ; Εξυπηρετώντας κομματικούς φίλους, βάφτισε (με πλαστά έγγραφα) 9.000 τόνους καλαμποκιού, προερχόμενου από τη Γιουγκοσλαβία, ως ελληνικό. Οι κομματικοί του φίλοι επωφελήθηκαν έτσι μη καταβάλλοντας την αντισταθμιστική εισφορά, ύψους 182 εκατ. δραχμών.

Το πιο αστείο βέβαια είναι ότι βουλευτές της αντιπολίτευσης καταχεριάζουν βουλευτές της συμπολίτευσης επειδή κάποιοι πιάστηκαν μεσολαβούντες υπέρ ψηφοφόρων τους. Λες και εκείνοι, όλοι εκείνοι της αντιπολίτευσης και όλων των «χρωμάτων», ποτέ δεν μεσολάβησαν, ποτέ δεν επεδίωξαν κάποιο ρουσφέτι υπέρ κάποιου δικού τους ψηφοφόρου.

Ασχέτως πάντως του αντικειμένου των ερευνών και ανεξάρτητα από την όποια βαρύτητα των αδικημάτων, εδώ και περίπου έναν χρόνο η πολιτική ζωή, η κυβέρνηση και εντέλει η χώρα είναι όμηροι μιας φανερά «μεθοδευμένης τακτικής». Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ερευνά, διαπιστώνει, κρίνει, εκδίδει και διαβιβάζει δικογραφίες σε τεύχη, προκαλώντας κατά κύματα κρίσεις στην κυβέρνηση και βάζοντας την ταμπέλα του (οιονεί) κατηγορουμένου ή/και ενόχου σε υπουργούς και βουλευτές. Προηγείται πάντα η διαρροή ότι «έρχεται δικογραφία». Δεν μπορεί όμως να συνεχιστεί έτσι η κατάσταση, με τη χώρα να χορεύει στους ρυθμούς της σκανδαλολογίας.

Και ορθώς ο πρωθυπουργός ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να επισπεύσει τις ανακρίσεις και να προχωρήσει σε διώξεις, αν κρίνει ότι στοιχειοθετούνται αδικήματα, για να τελειώνει αυτή η ιστορία της «μεθοδευμένης τακτικής», όπως υποστηρίζεται από διάφορες πλευρές. Και βεβαίως ορθώς ο κ. Μητσοτάκης προχώρησε στην πρόταση του ασυμβίβαστου υπουργού και βουλευτή. Είναι μια προωθημένη πρόταση, που αν υλοποιηθεί, θα μπορούσε να συμβάλει και αυτή προς την κατεύθυνση του μηδενισμού του κοντέρ των πελατειακών σχέσεων, του συνήθους ρουσφετιού δηλαδή. Όπως μεταρρυθμιστικές ήταν και οι αποφάσεις για μηχανοργάνωση της δημόσιας διοίκησης, για ψηφιοποίηση και λειτουργία της ΑΑΔΕ, για έγκαιρη έκδοση συντάξεων, χωρίς «παρέμβαση» πολιτικού προσώπου, για νέα δομή του στρατού κ.ά.

Έχουν γίνει βήματα από αυτή την κυβέρνηση και πρέπει να γίνουν ακόμα πολλά. Για διαχρονικά όμως προβλήματα και χρονίζουσες παθογένειες, όπως οι «πελατειακές σχέσεις-ρουσφέτι», δεν χρειάζονται υποκρισίες και τοξικότητα, αλλά βαθιές τομές και στο πολιτικό σύστημα και στη δημόσια διοίκηση. Αν σ’ αυτό υπάρχει συμφωνία, τότε μία είναι η λύση. Να υπάρχουν συναινέσεις σε μεγάλες μεταρρυθμίσεις. Αυτό θέλουν οι πολίτες. Μόνο έτσι… «καταργούμεν προσέτι και το δίκαιον ακόμη και το άδικον ρουσφέτι», κατά πως έγραψε σε άλλο ποίημά του ο κορυφαίος σατυρικός μας ποιητής.