Η ερώτηση για το αν οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι έτοιμες να επαναφέρουν την Τουρκία στο πρόγραμμα των F-35 ήταν από τις πρώτες που δέχθηκε ο Ντόναλντ Τραμπ μπροστά στις κάμερες, κατά τη συνάντησή του με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα. Και δεν ήταν τυχαία. Εδώ και μήνες, το συγκεκριμένο ζήτημα βρίσκεται στην κορυφή της ατζέντας της τουρκικής διπλωματίας, με τον Ερντογάν να αναζητά μια πολιτική δέσμευση από τον Αμερικανό πρόεδρο.
Η πρώτη αντίδραση του Τραμπ μόνο ενθουσιασμό δεν προκάλεσε στην τουρκική πλευρά. «Θα το εξετάσουμε», απάντησε λακωνικά, αποφεύγοντας να δώσει την ξεκάθαρη υπόσχεση που περίμενε η Άγκυρα. Όμως οι Τούρκοι δημοσιογράφοι επέμειναν. Και τότε ο Αμερικανός πρόεδρος άνοιξε λίγο περισσότερο τα χαρτιά του, δηλώνοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες «δεν θέλουν να επιβάλλουν κυρώσεις σε φίλους» και προαναγγέλλοντας την πρόθεσή του να άρει τις κυρώσεις CAATSA σε βάρος της Τουρκίας.
Ήταν μια πολιτική χειρονομία προς τον Ερντογάν. Όχι όμως η απάντηση που αναζητά η Άγκυρα. Γιατί πίσω από τις δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου διακρινόταν η αμηχανία ενός ηγέτη που γνωρίζει πολύ καλά ότι το ζήτημα των F-35 δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον ίδιο. Οι νόμοι του Κογκρέσου, η εμμονή της Τουρκίας να διατηρεί τους ρωσικούς S-400, οι αντιδράσεις του Ισραήλ και της Ελλάδας, αλλά και οι ευρύτερες γεωπολιτικές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο συνθέτουν ένα πλέγμα περιορισμών που δεν μπορεί να παρακαμφθεί με μια πολιτική δήλωση, όσο ισχυρός κι αν είναι ο ένοικος του Λευκού Οίκου.
Η «μισή υπόσχεση» του Τραμπ και η αλήθεια
Οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου έχουν αναμφίβολα πολιτική αξία. Για πρώτη φορά αναγνωρίζει δημόσια ότι επιθυμεί την αποκατάσταση των σχέσεων με την Τουρκία, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο επιστροφής της στο πρόγραμμα των F-35. Παράλληλα, η εξαγγελία περί άρσης των κυρώσεων CAATSA αποτελεί το πρώτο ουσιαστικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.
Ωστόσο, η εξίσωση δεν είναι τόσο απλή. Η άρση των κυρώσεων δεν συνεπάγεται αυτομάτως και την επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των stealth μαχητικών. Πρόκειται για δύο διαφορετικές διαδικασίες, με διαφορετικές πολιτικές και νομικές προϋποθέσεις.
Το βασικό ερώτημα παραμένει αναλλοίωτο από το 2019… μπορεί η Τουρκία να αποκτήσει F-35 όσο εξακολουθεί να διαθέτει τους ρωσικούς S-400; Η απάντηση, με βάση την ισχύουσα αμερικανική νομοθεσία αλλά και τη θέση του Πενταγώνου, είναι αρνητική. Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να θεωρεί ότι η συνύπαρξη των δύο συστημάτων εγκυμονεί σοβαρό κίνδυνο διαρροής κρίσιμων δεδομένων για τις δυνατότητες stealth του F-35 προς τη Ρωσία. Και μέχρι σήμερα η Άγκυρα όχι μόνο δεν έχει απομακρύνει τους S-400, αλλά συνεχίζει να δηλώνει ότι το σύστημα αποτελεί μέρος της εθνικής της αεράμυνας. Επομένως, πριν ακόμη ανοίξει η συζήτηση για τα F-35, θα πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα τι θα γίνει με τους ρωσικούς πυραύλους.
Κρίσιμο ερώτημα ασφαλώς και τον αν μπορεί ο Τραμπ να παρακάμψει το Κογκρέσο. Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη δυσκολία.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ διαθέτει σημαντικά περιθώρια άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Δεν μπορεί όμως να αγνοήσει, να παρακαψεί το Κογκρέσο, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για εξοπλιστικά προγράμματα που συνδέονται με ζητήματα εθνικής ασφάλειας.
Το Κογκρέσο έχει επανειλημμένα διαμηνύσει ότι η Τουρκία δεν μπορεί να επιστρέψει στο πρόγραμμα F-35 όσο διατηρεί τους S-400. Μάλιστα, αρκετοί γερουσιαστές και από τα δύο κόμματα εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν με μεγάλη καχυποψία την πολιτική του Ερντογάν απέναντι στη Ρωσία, στο ΝΑΤΟ, στην Ελλάδα και στο Ισραήλ.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν ο Τραμπ επιθυμεί πολιτικά να προχωρήσει, θα χρειαστεί να κερδίσει μια δύσκολη μάχη στο Καπιτώλιο.
Δεν είναι η πρώτη φορά
Η σημερινή δήλωση του Αμερικανού προέδρου δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία.
Και στο παρελθόν ο Τραμπ είχε εκφράσει την πρόθεσή του να αποκαταστήσει τις σχέσεις με την Άγκυρα. Είχε αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο άρσης των κυρώσεων, είχε στηρίξει την πώληση και τον εκσυγχρονισμό των τουρκικών F-16, ενώ πολλές φορές είχε επιρρίψει ευθύνες στις προηγούμενες αμερικανικές κυβερνήσεις για τη ρήξη με την Τουρκία.
Σχεδόν κάθε φορά, όμως, οι πολιτικές εξαγγελίες προσέκρουαν στις αντιδράσεις του Κογκρέσου και στις εισηγήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών ασφαλείας, που σαφώς και δεν θα επέτρεπαν στον «ταραξία» της περιοχής να βάλει φωτιά στη Συμμαχία.
Ο παράγοντας Ισραήλ και η θέση της Ελλάδας
Στην εξίσωση υπάρχει ακόμη ένας ιδιαίτερα ισχυρός παράγοντας, ο οποίος δεν μπορεί να αγνοηθεί από την Ουάσιγκτον, το Ισραήλ. Η κυβέρνηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου έχει καταστήσει σαφές, τόσο σε δημόσιο όσο και σε παρασκηνιακό επίπεδο, ότι αντιμετωπίζει με έντονο σκεπτικισμό το ενδεχόμενο επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35.
Η αντίθεση του Τελ Αβίβ δεν περιορίζεται μόνο στην αγορά των S-400 από την Άγκυρα. Τα τελευταία χρόνια οι σχέσεις Ισραήλ – Τουρκίας έχουν επιβαρυνθεί σημαντικά, ενώ ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει υιοθετήσει ιδιαίτερα επιθετική ρητορική απέναντι στο Ισραήλ, ιδίως μετά τον πόλεμο στη Γάζα. Ο ίδιος ο Νετανιάχου, μάλιστα, σε πρόσφατες δηλώσεις του προειδοποίησε ότι η παραχώρηση F-35 ή ακόμη και κινητήρων για το τουρκικό μαχητικό KAAN θα μπορούσε να διαταράξει την ισορροπία δυνάμεων στη Μέση Ανατολή, υποστηρίζοντας ότι η αεροπορική υπεροχή του Ισραήλ αποτελεί βασικό πυλώνα της περιφερειακής ασφάλειας και της αμερικανικής στρατηγικής στην περιοχή.
Οι ισραηλινές επιφυλάξεις έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα στην Ουάσιγκτον. Το Ισραήλ αποτελεί τον στενότερο στρατηγικό σύμμαχο των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή και οι απόψεις του λαμβάνονται σοβαρά υπόψη τόσο από τον Λευκό Οίκο όσο και από το Κογκρέσο.
Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα παρακολουθεί με ιδιαίτερη προσοχή κάθε εξέλιξη. Η ένταξη των F-35 στην Πολεμική Αεροπορία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του ελληνικού εξοπλιστικού σχεδιασμού για τις επόμενες δεκαετίες, σε συνδυασμό με τα Rafale και τον εκσυγχρονισμό των F-16 στην έκδοση Viper. Η Αθήνα έχει επενδύσει στη δημιουργία μιας αεροπορικής δύναμης με σαφές τεχνολογικό πλεονέκτημα έναντι της Τουρκίας.
Μια ενδεχόμενη επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα δεν θα ανέτρεπε αυτομάτως τις ισορροπίες, καθώς θα απαιτούσε αρκετά χρόνια για την παραγωγή και παράδοση των αεροσκαφών. Ωστόσο, θα άλλαζε σημαντικά τον μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό στην Ανατολική Μεσόγειο και θα δημιουργούσε νέα δεδομένα για την ελληνική αποτρεπτική ισχύ.
Γι’ αυτό και, παρά τις δηλώσεις Τραμπ, η πραγματική μάχη μόλις ξεκινά. Η Τουρκία πήρε αυτό που επιδίωκε περισσότερο σε αυτή τη φάση, μια δημόσια πολιτική στήριξη από τον πρόεδρο των ΗΠΑ. Το αν αυτή η «μισή υπόσχεση» θα μετατραπεί σε υπογραφή για τα F-35, θα κριθεί όχι στην Άγκυρα, αλλά στους διαδρόμους του Κογκρέσου και στα γραφεία του Πενταγώνου.
















