Την εκτίμηση ότι η ελληνική οικονομία έχει αφήσει πίσω της την περίοδο της ανάκαμψης και εισέρχεται σε μια νέα φάση, όπου η ανάπτυξη μπορεί να στηριχθεί στις ίδιες της τις δυνάμεις, διατύπωσε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του Ομίλου AKTOR, Αλέξανδρος Εξάρχου, κατά τη συμμετοχή του στο 30ό Annual Government Roundtable του Economist.

Συνομιλώντας με τους δημοσιογράφους Χριστίνα Βίδου και Απόστολο Μαγγηριάδη, ο κ. Εξάρχου υποστήριξε ότι το κρίσιμο ζητούμενο για την επόμενη περίοδο είναι να συνεχιστεί η προσέλκυση ιδιωτικών και ξένων επενδυτικών κεφαλαίων, ώστε η χώρα να διατηρήσει τη δυναμική της και μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης.

Στο πλαίσιο αυτό, ανέφερε ότι και ο Όμιλος AKTOR προχωρά στον σχεδιασμό επενδύσεων συνολικού ύψους 3 δισ. ευρώ, με έμφαση στους τομείς του LNG, των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, των έργων ΣΔΙΤ και Παραχωρήσεων, αλλά και της κατασκευής.

«Οι ξένοι επενδυτές πλέον επενδύουν στην Ελλάδα»

Ο επικεφαλής του Ομίλου περιέγραψε τη μεταβολή που έχει συντελεστεί στην εικόνα της ελληνικής οικονομίας απέναντι στη διεθνή επενδυτική κοινότητα.

Όπως είπε, υπήρξε περίοδος κατά την οποία η ελληνική προέλευση μιας εταιρείας λειτουργούσε αποτρεπτικά για τους ξένους επενδυτές. Αργότερα άρχισαν να εξετάζουν τα ελληνικά επενδυτικά σχέδια χωρίς όμως να προχωρούν σε τοποθετήσεις κεφαλαίων.

Σήμερα, σύμφωνα με τον ίδιο, η εικόνα αυτή έχει αλλάξει πλήρως, καθώς μεγάλοι ξένοι επενδυτές συμμετέχουν ενεργά στην ελληνική αγορά, γεγονός που χαρακτήρισε πρωτόγνωρο για τη δική του επαγγελματική πορεία.

Ως χαρακτηριστικά παραδείγματα ανέφερε τις πρόσφατες αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου της Credia Bank, της ΔΕΗ και του ΑΔΜΗΕ, στις οποίες συμμετείχαν σημαντικά διεθνή επενδυτικά κεφάλαια.

Η ενεργειακή κρίση άλλαξε τις ευρωπαϊκές προτεραιότητες

Ο κ. Εξάρχου υπογράμμισε ότι η κρίση του 2022 απέδειξε πως η ενέργεια αποτελεί ζήτημα εθνικής και ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Όπως σημείωσε, η εξάρτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το ρωσικό φυσικό αέριο μετατράπηκε σε στρατηγικό μειονέκτημα μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία, ωστόσο η Ευρώπη φαίνεται πλέον να έχει αντιληφθεί την ανάγκη διαφοροποίησης των ενεργειακών της πηγών, έστω και μέσα από μια δύσκολη εμπειρία.

Ο ρόλος της Ελλάδας στον κάθετο ενεργειακό διάδρομο

Αναφερόμενος στη θέση της Ελλάδας, υποστήριξε ότι η χώρα κινήθηκε εγκαίρως, αποκτώντας σημαντικό ρόλο στον λεγόμενο κάθετο ενεργειακό διάδρομο.

Όπως εξήγησε, οι ελληνικές ενεργειακές υποδομές επιτρέπουν τη μεταφορά σημαντικών ποσοτήτων αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου προς την ευρωπαϊκή αγορά, σε μια περίοδο όπου το ρωσικό αέριο περιορίζεται, ενώ και το Κατάρ αδυνατεί να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες της Ευρώπης.

Κατά τον ίδιο, οι εξελίξεις αυτές καθιστούν το αμερικανικό LNG τη βασική αξιόπιστη εναλλακτική λύση, ενώ χαρακτήρισε καθοριστική τη στήριξη που παρείχε η ελληνική κυβέρνηση στον κάθετο διάδρομο μέσω της συμμετοχής της ΔΕΠΑ Εμπορίας στην Atlantic SEE LNG Trade.

Παράλληλα, τόνισε ότι οι μακροχρόνιες συμβάσεις προμήθειας LNG αποτελούν βασική προϋπόθεση για τη σταθεροποίηση του ευρωπαϊκού ενεργειακού μείγματος.

«Η πράσινη μετάβαση χρειάζεται διορθώσεις»

Ο επικεφαλής της AKTOR υποστήριξε ακόμη ότι η εφαρμογή της πράσινης μετάβασης στην Ευρώπη έγινε με υπερβολική βιασύνη, γεγονός που -όπως είπε- οδήγησε σε σημαντική αύξηση του ενεργειακού κόστους για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Όπως ανέφερε, η πράσινη ενέργεια παραμένει απαραίτητος πυλώνας της ενεργειακής αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ωστόσο δεν μπορεί να αποτελεί τη μοναδική επιλογή, καθώς απαιτούνται μεταβατικές λύσεις που θα διατηρούν την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας.

«Η Ευρώπη πρέπει να αποκτήσει πραγματική ισχύ»

Ο Αλέξανδρος Εξάρχου σημείωσε ότι η μεγαλύτερη πρόκληση για την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι να αποκτήσει ουσιαστική γεωπολιτική και οικονομική ισχύ.

Επικαλέστηκε, μάλιστα, τη φράση του πρωθυπουργού του Καναδά, Μαρκ Κάρνεϊ, σύμφωνα με την οποία «όποιος δεν βρίσκεται στο τραπέζι των αποφάσεων, βρίσκεται στο μενού», τονίζοντας ότι η Ευρώπη χρειάζεται ταχύτερους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων και ισχυρότερη κοινή στρατηγική.

Τέλος, υπογράμμισε πως η δημιουργία ισχυρών ευρωπαϊκών επιχειρηματικών ομίλων αποτελεί βασική προϋπόθεση ώστε η Ένωση να μπορέσει να ανταγωνιστεί αποτελεσματικά τις μεγάλες οικονομικές δυνάμεις σε διεθνές επίπεδο.