Ο Μοχάμεντ Άλι υπήρξε κορυφαίος Αμερικανός πυγμάχος και παράλληλα μια εμβληματική προσωπικότητα στον αγώνα για τα πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα της αφροαμερικανικής κοινότητας στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Θεωρείται ο απόλυτος θρύλος του αθλήματος, καθώς αποτελεί τον μοναδικό αθλητή που κατάφερε να αναδειχθεί τρεις φορές παγκόσμιος πρωταθλητής βαρέων βαρών στην επαγγελματική πυγμαχία, κατακτώντας τους τίτλους το 1964, το 1974 και το 1978.
Η πορεία του προς την κορυφή είχε ξεκινήσει νωρίτερα, το 1960, όταν σε ερασιτεχνικό επίπεδο κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες στην κατηγορία των ημιβαρέων βαρών.
Κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας ανέβηκε στο ρινγκ 61 φορές. Ο απολογισμός του κατέγραψε 56 επικρατήσεις, εκ των οποίων οι 37 σημειώθηκαν με νοκ-άουτ, ενώ ηττήθηκε μόλις σε 5 αναμετρήσεις.
Τα πρώτα χρόνια

Το 1954, σε ηλικία μόλις 12 ετών, ήλθε για πρώτη φορά σε επαφή με την πυγμαχία από ένα τυχαίο γεγονός. Του είχαν κλέψει το ποδήλατο και όταν ζήτησε από ένα διερχόμενο αστυνομικό την άδεια να καταδιώξει τον δράστη, αυτός του είπε ότι πρώτα θα έπρεπε να μάθει να χρησιμοποιεί τις γροθιές του. Ο αστυνομικός, ονόματι Τζον Μάρτιν, έτυχε να είναι και προπονητής πυγμαχίας και ήταν ο πρώτος που οδήγησε το νεαρό παιδί στο ρινγκ.

Η ραγδαία εξέλιξη του νεαρού τότε Κάσιους Κλέι επισφραγίστηκε το 1960, όταν επιλέχθηκε να εκπροσωπήσει τις ΗΠΑ στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ρώμης. Αγωνιζόμενος στην κατηγορία των ημιβαρέων βαρών (75-81 κιλά), κατέκτησε με χαρακτηριστική άνεση το χρυσό μετάλλιο. Την ίδια χρονιά αναδείχθηκε νικητής και στη διοργάνωση «Χρυσά Γάντια» της Ερασιτεχνικής Αθλητικής Ένωσης (AAU), ανοίγοντας διάπλατα τον δρόμο για την είσοδό του στον κόσμο της επαγγελματικής πυγμαχίας και την παγκόσμια καταξίωση.
Η ανάδειξη σε παγκόσμιο πρωταθλητή και η αλλαγή θρησκεύματος
Στις 25 Φεβρουαρίου 1964, ο Άλι κατέκτησε για πρώτη φορά τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή βαρέων βαρών στην επαγγελματική πυγμαχία, κερδίζοντας με νοκ-άουτ τον κάτοχο του τίτλου Σόνι Λίστον στον έβδομο γύρο, σε έναν ιστορικό αγώνα στο Μαϊάμι Μπιτς. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 6 Μαρτίου, πήρε την απόφαση να ασπαστεί τον Μουσουλμανισμό, επηρεασμένος από την κοινωνική και φυλετική καταπίεση που δέχονταν οι Αφροαμερικανοί από τη λευκή χριστιανική πλειονότητα των ΗΠΑ, και μετονομάστηκε σε Μοχάμεντ Άλι.

Η άρνηση για το Βιετνάμ, η δικαστική μάχη και η αφαίρεση των τίτλων
Στις 6 Φεβρουαρίου 1967, μετά τη νίκη του στα σημεία επί του Έρνι Τερέλ στο Χιούστον του Τέξας, αναγνωρίστηκε ως ο απόλυτος και αδιαφιλονίκητος παγκόσμιος πρωταθλητής. Ωστόσο, δύο μήνες μετά, στις 29 Απριλίου, η καριέρα του διεκόπη βίαια όταν αρνήθηκε να καταταγεί στον αμερικανικό στρατό, εκφράζοντας την πλήρη αντίθεσή του στον πόλεμο του Βιετνάμ.

Το γεγονός αυτό τον οδήγησε στα δικαστήρια με την κατηγορία της ανυποταξίας, με αποτέλεσμα να καταδικαστεί σε πενταετή φυλάκιση και χρηματικό πρόστιμο 10.000 δολαρίων, ενώ παράλληλα του αφαιρέθηκαν η άδεια πυγμαχίας και ο παγκόσμιος τίτλος. Κατά τη διάρκεια της αναγκαστικής του αποχής από τα ρινγκ, εξελίχθηκε σε ηγετική φωνή του κινήματος υπέρ των πολιτικών δικαιωμάτων των μαύρων. Η δικαστική του δικαίωση ήρθε τελικά το 1971, όταν το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ του επιστράτωσε όλα του τα δικαιώματα.
Οι ιστορικές αναμετρήσεις με τον Τζο Φρέιζερ και τον Τζορτζ Φόρμαν
Η επιστροφή του στη δράση σημαδεύτηκε από μεγάλες μάχες. Στις 8 Μαρτίου 1971, ηττήθηκε στα σημεία από τον Τζο Φρέιζερ στο Μάντισον Σκουέαρ Γκάρντεν της Νέας Υόρκης, σε έναν αγώνα που χαρακτηρίστηκε ως η «Μάχη του Αιώνα» («Fight of the Century»), χάνοντας το αήττητο σερί των 31 αγώνων του. Πήρε τη ρεβάνς στις 28 Ιανουαρίου 1974 στο «Super Fight II», κερδίζοντας ξανά τον τίτλο της Πυγμαχικής Ομοσπονδίας της Βορείου Αμερικής (NBAF).

Η απόλυτη επιστροφή στην κορυφή έγινε στις 30 Οκτωβρίου 1974 στην Κινσάσα της Ζιμπάουε, στο θρυλικό «Rumble in the Jungle» («Βουή στη Ζούγκλα»), όπου έβγαλε νοκ-άουτ τον Τζορτζ Φόρμαν στον όγδοο γύρο και φόρεσε ξανά το παγκόσμιο στέμμα. Έναν χρόνο μετά, την 1η Οκτωβρίου 1975, διατήρησε τον τίτλο του νικώντας τον Τζο Φρέιζερ με τεχνικό νοκ-άουτ στις Φιλιππίνες, σε μια αναμέτρηση που έμεινε στην ιστορία ως «Thrilla in Manilla» («Θρίλερ στην Μανίλα»).
Το ιστορικό ρεκόρ των τριών τίτλων και η κάμψη
Μετά από έξι επιτυχημένες υπερασπίσεις, έχασε τον τίτλο του στις 15 Φεβρουαρίου 1978 από τον Λίον Σπινκς στο Λας Βέγκας. Κατάφερε, όμως, να τον ανακτήσει άμεσα στη ρεβάνς της Νέας Ορλεάνης στις 15 Σεπτεμβρίου 1978, γινόμενος ο πρώτος πυγμάχος στην ιστορία που κατακτά το παγκόσμιο πρωτάθλημα βαρέων βαρών τρεις φορές.
Παρόλο που ανακοίνωσε την απόσυρσή του τον Ιούνιο του 1979, επέστρεψε στα ρινγκ την επόμενη χρονιά. Η ηλικία και η σωματική κόπωση είχαν αλλοιώσει τα αντανακλαστικά του, γεγονός που οδήγησε στις ήττες από τον Λάρι Χολμς το 1980 και τον Τρέβορ Μπέρμπικ το 1981, βάζοντας οριστικό τέλος στην καριέρα του σε ηλικία 40 ετών.
Η προσωπική ζωή, η μάχη με τη νόσο Πάρκινσον και το τέλος
Εκτός αθλητισμού, ο Άλι παντρεύτηκε τέσσερις φορές και απέκτησε εννέα παιδιά. Από το 1984 ήρθε αντιμέτωπος με τη νόσο του Πάρκινσον, μια χρόνια πάθηση που τον ταλαιπώρησε για δεκαετίες και κατέβαλε σταδιακά τον οργανισμό του. Ο μεγάλος αθλητής και κοινωνικός αγωνιστής έφυγε από τη ζωή στις 3 Ιουνίου 2016 στο Σκότσντεϊλ της Αριζόνα, σε ηλικία 74 ετών, όπως αναφέρει το Σαν Σήμερα.
















